Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Το περιοδικό "το παραμύθι", εύχεται σε όλους 
Χρόνια Πολλά, 
Παραμυθένια Χριστούγεννα
Ευτυχισμένος ο νέος χρόνος, γεμάτος παραμύθια, όνειρα, ελπίδες και αλλαγές


Ένα δώρο για όλο το χρόνο

Με ένα τηλεφώνημα στο 210-7750653 ή με ένα e-mail στο toparamuthi@gmail.com
στο σπίτι σας με αντικαταβολή τα 2 πρώτα τεύχη του περιοδικού "Το Παραμύθι" με 18 €.


Ο ψεύτης πεταλωτής

     Μια φορά και ένα καιρό σε ένα χωριό, στην πλαγιά ενός βουνού ζούσε ένας τσοπάνης, με την γυναίκα του. Παιδιά δεν είχαν. Όλη μέρα έβοσκε τα πρόβατα και τα γελάδια του. Το βουνό ήταν κακοτράχαλο. Τα παπούτσια, που ο ίδιος έφτιαχνε από τομάρια μοσχαριών, έλιωναν και τα πόδια του μάτωναν. Το όνειρο του ήταν να καταφέρει να φτιάξει παπούτσια να μην χαλάνε. Ποτέ δεν τα κατάφερε. Η γυναίκα του είχε έναν καημό, ήθελε να αποκτήσει παιδί. Παρακαλούσε τον θεό να της δώσει ένα αγόρι για να το στείλει να γίνει τσαγκάρης. Να χαρεί και ο πατέρας του. Περνούσαν τα χρόνια και παιδί δεν έκαναν. Η γυναίκα έλεγε στον άντρα της:
     – Αφού ο θεός δεν μας δίνει ένα παιδάκι, δεν παίρνουμε ένα ορφανό να σε βοηθάει στα γελάδια και να μάθει να φτιάχνει παπούτσια;
     Εκείνος δεν πίστευε στον θεό.
     – Δεν υπάρχει θεός, της έλεγε.
     – Σ’ ακούει και θα σε τιμωρήσει, του λέγε και συνέχιζε να παρακαλεί τον θεό. Εκείνος γέλαγε.
     Ένα βράδυ βλέπει αυτή άγγελο κυρίου να της λέει:
     – Ο άντρας σου θα τιμωρηθεί και εσύ θα δεις παιδί.
     Όταν ξύπνησε λέει στον άντρα της το και το. Εκείνος γέλασε με την καρδιά του. Ένα βράδυ η γελάδα τους γέννησε. Μα τούτο που έκανε έμοιαζε και με μοσχαράκι και με παιδί. Τα μάτια του, το χαμόγελό του, η γλώσσα του. Τα ‘χασαν και οι δυο. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Πέρναγε ο καιρός και το παιδί μεγάλωνε, και όσο μεγάλωνε έμοιαζε πιο πολύ με μοσχαράκι. Όλη μέρα έτρωγε, γλειφόταν, μούγκριζε και κοιμόταν. Τα μάτια του δεν χαίρονταν ούτε λυπόντουσαν.
     – Ούτε να φυλάει γελάδια δεν θα κάνει, έλεγε ο πατέρας του.
     – Δεν κάνει ούτε για τσαγκάρης, έλεγε η μάνα του.
     – Έτσι που τρώει, ούτε στο άλογο δεν θα μπορεί να ανέβει.

     Και βγήκαν αληθινοί. Μεγάλωσε και ούτε στο άλογο δεν μπορούσε να ανεβεί. Τι να κάνουν, τι να κάνουν; Είδαν και απόειδαν και αποφάσισαν να τον στείλουν να μάθει να πεταλώνει τα άλογα. Να γίνει πεταλωτής. Έτσι κι έγινε.
     Με τα χίλια ζόρια έμαθε τη δουλειά. Κάθε πρωί γύρναγε στα χωριά και φώναζε:
     – Εδώ ο καλός πεταλωτής, πεταλώνω άλογα, ακόμα και ψύλλο πεταλώνω.
     Μια μέρα ένας ντελάλης που ερχόταν από ένα μακρινό ταξίδι έφτασε στο χωριό. Έσερνε το άλογο του, που κούτσαινε. Το πήγε στον πεταλωτή. Εκείνο μόλις τον είδε αφήνιασε. Σηκώνει τα δυο πισινά του πόδια και δίνει μια κλωτσιά, πάρ’ τον πεταλωτή ανάσκελα. Έτρεξε κόσμος. Άλλοι κρατούσαν το άλογο, άλλοι γιατροπόρευαν τον πεταλωτή. Όταν συνήλθε, ο ντελάλης του λέει:
     – Καημένε, δεν κάνεις για πεταλωτής. Μόλις σε βλέπουν τα άλογα θα αφηνιάζουν.
     Ο κόσμος που είχε μαζευτεί τ’ άκουσε.
      – Για να το λέει ο ντελάλης που έχει γυρίσει όλο τον κόσμο θα ξέρει, έλεγαν.
     Περνούσαν οι μέρες και πραγματικά κανείς πια δεν πήγαινε στον πεταλωτή. Αυτός δεν ήξερε τι να κάνει. Έπρεπε ή να αλλάξει δουλειά ή να φύγει σε άλλα μέρη να μην τον ξέρουν.
     Μια μέρα αποφάσισε να πάει στον ντελάλη για να τον ρωτήσει τι να κάνει. Ο ντελάλης, που είχαν δει πολλά τα μάτια του και είχαν ακούσει πιο πολλά τα αυτιά του, του λέει:
     – Για πεταλωτής δεν κάνεις. Πες μου ένα ψέμα και θα σου βρω δουλειά.
     – Δεν έχω πει ποτέ ψέμα, λέει ο πεταλωτής.
     Ο ντελάλης γέλασε και του λέει:
     – Σε παίρνω για βοηθό μου.
     Και πραγματικά τον πήρε. Γύριζαν χώρες και χωριά και ντελαλούσαν μαζί τις διαταγές του βασιλιά. Στον πεταλωτή άρεσε πολύ αυτή η δουλειά. Είχε και μεγάλη γλώσσα και δυνατή φωνή. Δεν κουραζόταν ποτέ. Έγινε σιγά σιγά ο αγαπημένος ντελάλης του βασιλιά. Μια μέρα ο βασιλικός ντελάλης πέθανε και στη θέση του ο βασιλιάς πήρε στο παλάτι για αρχιντελάλη τον πεταλωτή. Έλεγε τα ψέματα τόσο πιστευτά που άρεσαν πολύ στον βασιλιά.

    Ο πεταλωτής χάρηκε με τη νέα του δουλειά και άρχισε να περπατάει κορδωτός, καμαρωτός. Αλλά ούτε και τώρα δεν μπορούσε να γελάσει. Στον βασιλιά άρεσε πολύ αυτό. Ήξερε ότι οι γελαστοί άνθρωποι είναι αληθινοί και δεν ήθελε ποτέ τέτοιον ντελάλη. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, ο βασιλιάς έλεγε πιο πολλά ψέματα, αφού κανείς δεν αντιδρούσε. Ο πεταλωτής, όσο πιο μεγάλο
ήταν το ψέμα, τόσο πιο σοβαρά το έλεγε. Ψέμα ο βασιλιάς, ψέμα ο πεταλωτής. Ο λαός δεν άργησε να
τους πάρει χαμπάρι. Κάποιοι άρχισαν να γελάνε όταν τον έβλεπαν. Κάποιοι άλλοι του γύριζαν την
πλάτη. Ο πεταλωτής νευρίαζε και γινόταν ακόμα πιο σοβαρός. Και όσο πιο σοβαρός γινόταν τόσο πιο
πολλά ψέματα έλεγε. Ο λαός άρχισε να μην τον πιστεύει για τα καλά. Μετά από λίγο καιρό κανείς δεν του έδινε σημασία.
     Ο πεταλωτής τότε άρχισε να λέει ψέματα και στον βασιλιά. Ο βασιλιάς τον κατάλαβε, γιατί ήξερε
από ψέματα, και μια μέρα του λέει:
     – Αύριο είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Για να σε κρατήσω στο παλάτι θα διαλαλήσεις ένα ψέμα που θα το πιστέψουν όλοι. Θα διαλαλήσεις ότι τον καινούργιο χρόνο όλοι θα γενούν ευτυχισμένοι,
είναι απόφαση του βασιλιά και θα βρω σε όλους δουλειά.
      Την άλλη μέρα ο πεταλωτής βγαίνει να ντελαλήσει, αλλά πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του ακούει να του φωνάζουν:
     – Πεταλωτή πεταλωτή από τ’ άλλο μου τ’ αυτί, πεταλωτή πεταλωτή από τ’ άλλο μου τ’ αυτί.
Στο τέλος κανείς δεν τον άκουγε. Γέλαγαν και έκλειναν τα αυτιά τους. Ο ντελάλης δεν τα ‘χασε. Γυρίζει στον βασιλιά και του λέει:

     – Βασιλιά μου ο λαός με άκουσε και όλοι γελάνε, είναι πολύ ευχαριστημένοι. Μάλιστα κλείνουν τα αυτιά τους για να μην τους φύγουν ποτέ τα νέα που τους είπα.
     Ο βασιλιάς τον πίστεψε και ζήτησε να μάθει τα λόγια που τους είπε. Αλλά πριν προλάβει να του πει, ακούγεται μια φωνή από παντού:
      – Πεταλωτή πεταλωτή από τ’ άλλο μου τ’ αυτί
       για τα ψέματα του βασιλιά δεν μας καίγεται καρφί,
       πεταλωτή πεταλωτή από τ’ άλλο μου τ’ αυτί.
       Τότε ο βασιλιάς κοιτάζει από το παράθυρο, και τι να δει. Όλοι είχαν μαζευτεί έξω και φώναζαν, κρατούσαν παλιά πέταλα στα χέρια και έλεγαν:
      – Δεν είμαστε άλογα πεταλωτή
     που πεταλώνεις ψύλλο,
     άνθρωποι με λογική σωστή
     και σε σου πρέπει ξύλο.
     Κάνει να δει και αυτός από το παράθυρο, μα κάποιος του πετάει ένα πέταλο και τον βρίσκει κατακούτελα.
     Και έζησε αυτός καλά με ένα κεφάλι πέταλο. Ο βασιλιάς φοβήθηκε και κρύφτηκε και ακόμα είναι κρυμμένος, και όποιος δεν το πιστεύει είναι γελασμένος. Ξέχασα να σας πω, ότι όσο για τα παλιά πέταλα που κρατούσαν όλοι στα χέρια τους, γύρισαν πίσω στα σπίτια τους και τα κάρφωσαν πάνω από τις πόρτες τους.
       – Για να μην ξεχαστεί ποτέ το πάθημα του πεταλωτή και τα
ψέματα του βασιλιά, είπαν.
      Το κάρφωσαν εκεί για πάντα, για να μην μπει παραμονή Πρωτοχρονιάς ποτέ πια ψέμα στο σπίτι τους. Όλοι ξέρανε πια πως γούρι για την καινούρια χρονιά θα είναι μόνο η αλήθεια. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! Όσο για τον πεταλωτή, τρέχα γύρευε… ποιος τον θυμάται πια.
Ευτύχιος Καρυόλακης

Σεμινάριο: Το παραμύθι στην Εκπαιδευτική και Νοσηλευτική Διαδικασία

Σε αυτό το σεμινάριο ο Δημήτρης Αβούρης, γνωστός παραμυθάς και ιδρυτής του μη κερδοσκοπικού σωματείου «ΟΝΑΡ μέσω τέχνης για το άρρωστο παιδί», θα μας εισάγει στην τέχνη του παραμυθιού.

Για όσους ενδιαφέρονται για περαιτέρω εκπαίδευση θα ακολουθήσουν δύο σεμινάρια 2 ωρών το καθένα με τα εξής θέματα:

Α. Γραφή παραμυθιών
Β. Αφήγηση παραμυθιών.

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011, 17:00-21:00.
Δικαίωμα συμμετοχής: συμβολική συμμετοχή 20 ευρώ

Το σεμινάριο θα γίνει στον Οργανισμό Κώστας Φωτεινός - Καφέ Σχολειό
Πατησίων 189, στο 2ο όροφο.
Τηλέφωνα επικοινωνίας για πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής : 2108661553 και 6946586097

Τα πριγκιπόπουλα

     Ήταν μια φορά κι έναν καιρό ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα. Η βασίλισσα δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Αποφάσισαν λοιπόν να υιοθετήσουν ένα. Στον βασιλιά δεν άρεσαν τα κορίτσια. Ήθελε μόνο αγόρια. Η βασίλισσα, μόνο κορίτσια. Έτσι μάλωναν συνέχεια και δεν έπαιρναν καμία απόφαση. Μια μέρα ο βασιλικός σύμβουλος είπε:
– Γιατί δεν υιοθετείτε δύο παιδιά; Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι!
     Έτσι κι έγινε. Μετά από χρόνια τα δυο πριγκιπόπουλα μεγάλωσαν κι ερωτεύτηκαν το ένα το άλλο. Δεν ήξεραν ότι δεν είναι πραγματικά αδέρφια, γι’ αυτό ένιωθαν ενοχές για τα συναισθήματά τους. Έτσι μάλωναν συνέχεια, όπως οι γονείς τους. Ο βασιλιάς κατάλαβε τι συμβαίνει και το είπε στη βασίλισσα.
– Να τους χωρίσουμε για λίγο καιρό. Να μη βλέπονται για να ξεχαστούν, είπε η βασίλισσα.
     Έτσι, με τη δικαιολογία ότι μαλώνουν, τους χώρισαν. Το πριγκιπόπουλο πήγε να μείνει στο παλάτι του θείου του και η πριγκιποπούλα στις ξαδέρφες της.
     Πέρασαν δώδεκα χρόνια, ώσπου μια μέρα γύρισαν στο παλάτι. Μόλις έφτασαν στο παλάτι, έτρεξε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.
– Λυπάμαι που τόσα χρόνια μαλώναμε συνέχεια, είπε η πριγκίπισσα.
– Κι εγώ έχω μετανιώσει, είπε ο πρίγκιπας.
     Ο βασιλιάς και η βασίλισσα είδαν ότι δεν μπορούσαν να τους χωρίσουν. Έτσι αποφάσισαν να τους πουν την αλήθεια. Τα δύο πριγκιπόπουλα μαρτύρησαν τον έρωτά τους και παντρεύτηκαν. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Βάσω, 11 χρόνων

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2010

«Η αφήγηση και η γραφή παραμυθιών
στην εκπαιδευτική διαδικασία»

Εισηγητής: Δημήτρης Αβούρης,
συγγραφέας & αφηγητής παραμυθιών

Η επιλογή των κατάλληλων παραμυθιών, ο τρόπος απόδοσης και αφήγησής τους, ανάλογα με την κάθε περίπτωση, και οι δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει ο «παραμυθάς» είναι τα βασικά σημεία στα οποία θα σταθεί ο εισηγητής του σεμιναρίου.

Αφηγητής παραμυθιών και συγγραφέας ο ίδιος, με εμπειρία από παραστάσεις σε σχολεία και με καθημερινή εθελοντική δράση στα Νοσοκομεία Παίδων εδώ και μια δεκαετία θα δώσει απαντήσεις σε ερωτήσεις όπως: πώς προσεγγίζουμε τα παιδιά, τι λέμε και τι όχι, τι κάνουμε και τι αποφεύγουμε να κάνουμε, πώς κερδίζουμε την εμπιστοσύνη τους και με ποιόν τρόπο τα καλούμε να συμμετάσχουν στην αφήγηση.

Το δεύτερο μέρος του σεμιναρίου επικεντρώνεται στα οφέλη της αφήγησης των παραμυθιών κατά την διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Τι είδους μηνύματα περνάνε τα παραμύθια στα παιδιά και πώς αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ο γονιός, ο εκπαιδευτικός για να ξορκίσει φόβους, να προβάλλει ηθικές αρχές, να τονώσει την φαντασία, ή ακόμα και για να μεταδώσει γνώσεις.

ΤΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΣΕ ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ
ΒΥΡΩΝΟΣ 60, ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Διάρκεια σεμιναρίου: 11.00π.μ. – 14.00μ.μ. (3 ώρες)
Θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας
ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ: 27210 82074 και 6948 042177
  Ένα δώρο για όλο το χρόνο

Με ένα τηλεφώνημα στο 210-7750653 ή με ένα e-mail στο toparamuthi@gmail.com
στο σπίτι σας με αντικαταβολή τα 2 πρώτα τεύχη του περιοδικού "Το Παραμύθι" με 18 €.

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Παράσταση αφήγησης παραμυθιών
Την Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010 και ώρα 6:30 μ.μ στο Cafe-βιβλίο στο Γυμνό Αμαρύνθου, στο ισόγειο του Κέντρου Ξένων Γλωσσών Δέσποινα Δροσάτου

Χορηγός – διοργάνωση:  Κέντρο Ξένων Γλωσσών
Δέσποινας Δροσάτου στο Γυμνό και στο Αλιβέρι.
Κιν: 697 8940733,  e-mail drosatou@otenet.gr

Ο Σκασμός

     Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν κάτω από τη γη κάτι μικρά, κουτσά, στραβά, ανάποδα, μαυρισμένα, παράξενα ανθρωπάκια που τα έλεγαν καλικαντζαράκια.
     Το μικρότερο είχε την πιο κακιά συνήθεια του κόσμου. Του άρεσε να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει και να μην σταματάει με τίποτα. Το όνομα του ήταν Σκασμός.
     – Σταμάτα, δεν μπορούμε να σ’ ακούμε, του έλεγαν τ’ άλλα.
     Εκείνο μιλούσε συνέχεια. Ένα βράδυ, παραμονή Χριστουγέννων, αποφάσισαν να ανέβουν πάνω στη γη. Από που ανέβηκαν; Μέσα από την κουφάλα μιας γέρικης ελιάς. Και μόλις ανέβηκαν, εκείνο το κουτσό, στραβό, ανάποδο, μαυρισμένο που του άρεσε να μιλάει, να μιλάει, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, τρέχει από δω, τρέχει από κει, και πού πήγε και τρύπωσε; Μέσα σε ένα ανθρώπινο στόμα που το βρήκε εκείνη την ώρα ανοιχτό. Και ο άνθρωπος, που μπήκε μέσα του το καλικαντζαράκι, ξέρετε τι έπαθε; Άρχισε να να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει, και να μην σταματάει με τίποτα.
     – Σταμάτα, του λέγανε οι άλλοι, δεν σ’ αντέχουμε, σταμάτα!
     Εκείνος συνέχισε να μιλάει. Μίλαγε τόσο πολύ που δεν άντεχε άλλο. Και μια μέρα λέει:
     – Μιλάω πολύ, θα σκάσω, μιλάω πολύ, θα σκάσω... Σκασμός!
     Και όπως λέει αυτή την άσχημη λέξη, εκείνο το κουτσό, στραβό, ανάποδο, μαυρισμένο καλικαντζαράκι πετάγεται από το ανθρώπινο στόμα και τρέχει από δω, τρέχει από κει, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, και πού πάει και μπαίνει; Μέσα σε ένα άλλο ανθρώπινο στόμα που το βρήκε εκείνη την ώρα ανοιχτό. Ο άνθρωπος, που μπήκε μέσα του το καλικαντζαράκι, τι να πάθει; Άρχισε να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει, και να μην σταματάει με τίποτα.
     – Σταμάτα, του λέγανε οι άλλοι, δεν σ’ αντέχουμε.
      Εκείνος συνέχισε να μιλάει. Μίλαγε τόσο πολύ που δεν άντεχε άλλο. Και μια μέρα λέει:
     – Δεν αντέχω άλλο... Σκασμός!
      Στο λεπτό, εκείνο το κουτσό, στραβό, ανάποδο, μαυρισμένο καλικαντζαράκι δίνει μια και πετάγεται από εκείνο το ανθρώπινο στόμα. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει τρέχει από δω, τρέχει
από κει, και πού πάει και μπαίνει;
     Ξέχασα να σας πω ότι ο μεγαλύτερος φόβος της ζωής του ήταν μήπως γίνει κάποτε λευκό. Πάει και μπαίνει μέσα σε ένα σπίτι από την καμινάδα. Και τι έγινε; Πιο άσπρο ή πιο μαύρο; Μόλις μπαίνει μέσ’
στο σπίτι, τι να δει; Έναν άνθρωπο να κοιμάται και συνέχεια να ροχαλίζει. Δεν χάνει καιρό και δίνει μια και μπαίνει μέσα στο στόμα του. Τι να πάθει ο άνθρωπος εκείνος μέσα στον ύπνο του; Άρχισε να παραμιλάει, να παραμιλάει και να μην σταματάει με τίποτα.
     – Παραμιλάω, παραμιλάω, παραμιλάω, έλεγε μέσα στον ύπνο του. Παραμιλάω πολύ, θα σκάσω... Σκασμός!
     Και όπως λέει αυτή τη λέξη, εκείνο το κουτσό, στραβό, ανάποδο, μαυρισμένο καλικαντζαράκι δίνει μια και πετάγεται από εκείνο το ανθρώπινο στόμα. Βγαίνει έξω και αρχίζει να τρέχει μέσα στο σπίτι. Τρέχει από δω, τρέχει από κει, και τι να δει; Πάνω σε ένα τεράστιο τραπέζι γλυκά, ζαχαρωτά... Δεν χάνει καιρό, ανεβαίνει πάνω στο τραπέζι και αρχίζει με τα χέρια του να ξεσκονίζει τους κουραμπιέδες. Ένα σύννεφο άχνης απλώθηκε παντού. Μετά χτένισε τα κανταΐφια με τα νύχια του. Πήρε το μέλι και άρχισε να ψάχνει μέσα στο σπίτι να βρει μακαρόνια για να φτιάξει μελομακάρονα. Και αφού έκανε όλα αυτά, δίνει μια και μπαίνει μέσα στην καμινάδα. Και τι έγινε; Πιο μαύρο ή πιο άσπρο; Αλλά για κακή του τύχη, την ώρα που βγήκε πάνω στη στέγη του σπιτιού, είχε αρχίσει να χιονίζει. Το χιόνι έπεφτε πάνω του. Ο φόβος του μήπως γίνει λευκό άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Μα συνέχισε να μιλάει, να μιλάει... Το χιόνι έπεφτε μέσα στο στόμα του... Και άρχισε να παγώνει τη φωνή του.
     Αμέσως κατεβαίνει στον δρόμο και αρχίζει να τρέχει από δω, τρέχει από κει. Να βρει κάπου να κρυφτεί. Ξαφνικά, τι να δει; Μια παρέα παιδιών που έπαιζαν χιονοπόλεμο. Μόλις τον βλέπουν με
ανοιχτό το στόμα, άρχισαν να του πετάνε χιονόμπαλες. Μα εκείνο συνέχισε να μιλάει... Οι χιονόμπαλες έμπαιναν από το στόμα του. Εκατό χιονόμπαλες έγινε η κοιλιά του. Σαράντα το κεφάλι του. Και μίλαγε, μίλαγε... Ώσπου, πάγωσε η φωνή του, τα πόδια του, τα χέρια του. Κι έτσι
έγινε ένας τεράστιος, ακίνητος, αμίλητος χιονάνθρωπος. Τα παιδιά του έβαλαν και... μύτη... σκούφο...
     Να σας πω ένα μυστικό; Όταν ακούτε κάποιον δίπλα σας να μιλάει, να μιλάει και να μην σταματάει με τίποτα, κλείστε το στόμα σας και πείτε από μέσα σας:
     – Σκασμός, σκασμός, σκασμός...
     Όμως μην τολμήσετε να ανοίξετε το στόμα σας, γιατί κινδυνεύετε να βγει από το άλλο στόμα και να 'ρθει, να μπει στο δικό σας στόμα.
     Να σας πω και το πιο μεγάλο μυστικό; Όταν κρατάτε το στόμα σας κλειστό, θα ζείτε εσείς πάντα καλά και οι άλλοι, που δεν θα σας ακούνε, ακόμα καλύτερα.
 
Δημήτρης Αβούρης

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Το παιδί που δεν ήξερε να γελάει και να κλαίει

   

ια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί που έκλαιγε χαρούμενα και γελούσε λυπημένα. Οι γονείς του ανησυχούσαν πολύ. Έτσι μια μέρα αποφάσισαν να τον πάνε σε ένα γιατρό. Ο γιατρός τον εξέταζε πολλές ώρες μα δεν του βρήκε τίποτα. Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Αποφάσισαν να τον πάνε στον ξακουστό μάγο που ζούσε βαθιά στο δάσος.
     Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν κι έφτασαν στο σπίτι του μάγου. Ο μάγος τότε έδωσε στο παιδί να πιεί ένα μεγάλο φλιτζάνι με τριμμένα βότανα. Μόλις το ήπιε όλο, ο μάγος κοίταξε το φλιτζάνι και κατάλαβε ότι το παιδί ήταν μαγεμένο. Κανείς όμως δεν μπορούσε να λύσει τα μάγια παρά το ίδιο το παιδί. Έτσι ο μάγος είπε στους γονείς ν’ αφήσουν το παιδί να ταξιδέψει μόνο του για να λύσει τα μάγια του. Οι γονείς έτρεμαν από τον φόβο και τη στενοχώρια τους, αλλά δεν είπαν τίποτα. Έφυγαν. Τότε το παιδί, προτού καν ξεκινήσει το ταξίδι του, βρήκε το πρώτο πιο λυπητερό πράγμα: ν’ αποχωρίζεσαι τους γονείς σου. Τότε δάκρυσε. Ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή του τη λύπη. Ξεκίνησε όμως, γιατί ήθε-
λε να λύσει τα μάγια του όσο πιο γρήγορα γινόταν για να ξαναβρεί τους γονείς του.
     Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, βρέθηκε σε μια έρημο. Δεν είχε ούτε φαγητό, ούτε νερό, ούτε έβλεπε τίποτα. Μόνο βουνά από άμμο.
     – Δεν θα βγω ποτέ από αυτή την έρημο, είπε.
     Τότε τον έπιασαν τα κλάματα, έπιασε το πρόσωπό του με τα χέρια του. Έμεινε εκεί πολλή ώρα. Το πήρε απόφαση. Σηκώθηκε και προχώρησε. Δεν είχε άλλη λύση αν ήθελε να λύσει τα μάγια του.
     Δεν πέρασε λίγη ώρα και ξαφνικά μπροστά του βλέπει έναν κάκτο και λίγο πιο πέρα μια καμήλα.
Βρήκε έναν κάκτο νερό να πιει
μία καμήλα από την έρημο να βγει.
     Άρχισε να τρέχει και να γελά από τη χαρά του. Κι όσο πιο πολύ γέλαγε τόσο πολύ έτρεχε. Κι όσο πιο πολύ έτρεχε τόσο πιο πολύ γέλαγε. Αφού ήπιε νερό από τον κάκτο, ανέβηκε στην καμήλα και συνέχισε το ταξίδι του μέσα στη νύχτα. Αποκοιμήθηκε πάνω στην καμήλα.
     Μόλις ξύπνησε είχε φτάσει σε ένα πολύ πλούσιο χωριό. Όμως εκεί όλοι οι άνθρωποι ήταν αμίλητοι και θλιμμένοι. Τότε τους ρώτησε:
     – Γιατί είστε λυπημένοι;
     Κι αυτοί απάντησαν:
     – Είμαστε πλούσιοι μα είμαστε γέροι και δεν έχουμε παιδιά. Πού να τη βρούμε τη χαρά;
     – Γιατί δεν έχετε παιδιά; ρώτησε τότε το παιδί.
     – Γιατί ήμασταν τσιγκούνηδες, κοιτούσαμε μόνο να μαζεύουμε χρήματα και να μη χαλάμε.
     Το παιδί τούς λυπήθηκε μα έπρεπε να συνεχίσει. Μετά από μια μέρα και μια νύχτα έφτασε σε ένα άλλο χωριό. Εκεί είχε περάσει ο πόλεμος. Όλα ήταν μαύρα, καμένα. Ξαφνικά μαζεύτηκαν γύρω του πολλά παιδιά.
     – Πού είναι οι γονείς σας; ρώτησε το παιδί.
     – Δεν έχουμε γονείς, σκοτώθηκαν στον πόλεμο, είπαν τα παιδιά.
     Τότε το παιδί έκλαψε πάλι. Ένιωσε ότι είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Του ήρθε μια ιδέα. Μάζεψε όλα τα παιδιά και τους είπε να το ακολουθήσουν. Περπάτησαν μια μέρα και μια νύχτα και έφτασαν στο πλούσιο χωριό. Οι γέροι γέλασαν για πρώτη φορά στη ζωή τους και τα παιδιά γέλασαν κι εκείνα μετά από πολύ καιρό. Το παιδί γελούσε κι αυτό με τη χαρά τους κι έκλαιγε μαζί από συγκίνηση.
Ξαφνικά κατάλαβε ότι τα μάγια του είχαν λυθεί. Φώναξε τότε δυνατά τρεις φορές γελώντας.
     – Τα έλυσα τα μάγια μου.
     Τότε ξαφνικά βρέθηκε πάλι στο σπίτι τού μάγου κι ήταν εκεί και οι γονείς του. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Παναγιώτης, Στάθης, 11 χρόνων

Η χώρα των δαχτυλιδιών

     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα με πολύ χρυσάφι. Από παλιά οι κάτοικοί της έφτιαχναν σπουδαία πράγματα με το χρυσάφι. Αγάλματα, χρυσούς ήλιους, χρυσά στεφάνια, σταυρούς, χρυσά δαχτυλίδια. Δούλευαν πολύ για να τα φτιάξουν.
     Έτσι έκαναν γνωστή τη χώρα τους σε ολόκληρο τον κόσμο. Όλοι τους θαύμαζαν. Σε αυτή τη χώρα ζούσαν πολλοί σοφοί και αρκετοί φωτισμένοι δάσκαλοι.
     Κάποιοι βασιλιάδες από άλλες χώρες την ζήλευαν. Πολλές φορές κατάφεραν να τη νικήσουν και να αρπάξουν πολλά από τα πλούτη της. Όμως ο λαός της κατάφερνε ενωμένος να ελευθερώνεται. Είχε και σπουδαίους στρατηγούς.
     Είδαν και απόειδαν οι ξένοι βασιλιάδες να κάνουν δούλους τους τούς κατοίκους της χώρας, μα ποτέ δεν τα κατάφερναν. Έτσι κάποτε σκέφτηκαν να βάλουν τον λαό της σε διχόνοια. Τάχα μου για να τους βοηθήσουν να λύσουν τις διαφορές τους. Έτσι έβαλαν ξένο βασιλιά, για πάντα.
     Ο βασιλιάς μόλις έφτασε στη χώρα διάταξε να του φτιάξουν ένα χρυσό στέμμα. Έτσι κι έγινε. Σ’ εκείνον οι άλλοι βασιλιάδες έκαναν δώρο ένα ολόχρυσο δαχτυλίδι.
     – Μόνο ο πρωτότοκος γιος, με αυτό το δαχτυλίδι, θα γίνεται βασιλιάς, του είπαν.
     Έτσι γινόταν για χρόνια. Βασιλιάς γινόταν πάντα ο πρωτότοκος γιος του βασιλιά. Κάποιοι παμπόνηροι όμως από τον λαό ήθελαν κι εκείνοι να γίνουν βασιλιάδες. Για να ζουν βασιλικά. Ήθελαν πολύ να μάθουν πού κρύβει ο βασιλιάς τις νύχτες το δαχτυλίδι του και να βρουν τρόπο να του το κλέψουν.
     – Θα του το πάρουμε και θα γίνουμε εμείς βασιλιάδες, έλεγαν και ξανάλεγαν.
     Σκέφτονταν και ξανασκέφτονταν. Μια μέρα ένας από αυτούς κάλεσε τους άλλους και τους είπε:
     – Δεν πάμε μέρα να κλέψουμε του βασιλιά το δαχτυλίδι;
     – Πώς να γίνει αυτό, του λένε, αφού ο βασιλιάς το φοράει;
     – Πάμε να ρωτήσουμε τους σοφούς. Αυτοί θα ξέρουν, τους λέει τότε αυτός.
     Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα πάνε στον βασιλιά, όλοι μαζί για να κουβεντιάσουν, όπως του ’παν, μια μεγάλη υπόθεση. Ο βασιλιάς τους καλοδέχτηκε. Έτσι κατάφεραν να μπουν στο παλάτι. Την ώρα που κουβέντιαζαν, ξαφνικά άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους. Καβγάς μεγάλος. Φωνές, αντάρες. Ο βασιλιάς τα ’χασε. Άπλωσε τα χέρια του για να τους χωρίσει. Τότε ένας απ’ αυτούς, ο πιο επιτήδειος, άρπαξε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Οι άλλοι συνέχισαν να τσακώνονται. Μέχρι να καταλάβει ο βασιλιάς ότι έχασε το δαχτυλίδι, ο άλλος γύριζε σε χώρες και χωριά, το ’δειχνε κι έλεγε:
     – Πήρα από τον βασιλιά το δαχτυλίδι.
     Την άλλη μέρα έγινε αρχηγός του κράτους. Τους άλλους ο βασιλιάς τους κράτησε στο παλάτι, γιατί του είπαν ότι θα τον βοηθήσουν να πάρει πίσω το δαχτυλίδι του. Ο νέος αρχηγός έβαλε στρατηγούς να φυλάνε τον βασιλιά και τον λαό, που άρχισε να φωνάζει.
     – Πληρώνουμε φόρους για τον βασιλιά, πληρώνουμε και για τους στρατηγούς, που κάθε μέρα περισσεύουν. 
     Ο νέος αρχηγός διάταξε να κλειστούν στις φυλακές όλοι οι σοφοί και μεγάλοι δάσκαλοι. Γιατί όπως έλεγε:
     – Αυτοί με τα λόγια τους ξεσηκώνουν τον λαό. 
     Έτσι έκανε ό,τι ήθελε και δεν μιλούσε κανείς. Μια μέρα κάποιοι από τους φιλοξενούμενους του βασιλιά, που ήθελαν πολύ κι αυτοί να γίνουν αρχηγοί, αποφάσισαν να κλέψουν το δαχτυλίδι από τον νέο αρχηγό. Σκέφτηκαν, ξανασκέφτηκαν και ντύθηκαν γυναίκες. Τον έπαιρναν από πίσω, όπου κι αν πήγαινε. Κανείς δεν τους είχε καταλάβει.
     – Όποιος καταφέρει και πάρει το δαχτυλίδι, θα γίνει αρχηγός αυτός και τα παιδιά του, για πάντα, έλεγαν.
     Μια μέρα που οι στρατηγοί με τον αρχηγό πήγαν να εγκαινιάσουν ένα γιοφύρι, έπεσε το δαχτυλίδι του αρχηγού μέσα στις λάσπες. Ένας απ’ αυτούς στο λεπτό το αρπάζει. Γύρισε και το φώναξε σε όλη τη χώρα.
     – Έκλεψα, έκλεψα το δαχτυλίδι.
     Έτσι έγινε αρχηγός. Τους υποσχέθηκε μάλιστα ότι το γιοφύρι θα το κάνει το πιο μεγάλο της χώρας, να φαίνεται παντού. Κάποια μέρα πέθανε αυτός. Πήρε ο γιος του το δαχτυλίδι κι έγινε αρχηγός. Μια μέρα κάπου του έπεσε και το έχασε. Το πήρε ένας άλλος που την άλλη μέρα έγινε αρχηγός. Μια μέρα του ’πέσε κι αυτουνού και το ’χασε. Το βρήκε ένας άλλος κι έγινε αρχηγός. Μετά το πήρε ο γιος του πρώτου, ο ανιψιός του δεύτερου, ο ξάδερφος του τρίτου, μετά ο γιος του άλλου κι έγιναν όλοι τους αρχηγοί.
     Ένας μάλιστα ήθελε να βάλει και την κόρη του αρχηγό. Είχε τη μορφή του δράκου κι έλεγαν ότι έχει στο σπίτι του σαράντα τουαλέτες. Δεν τα κατάφερε ποτέ. Όλοι τον έλεγαν γκαντέμη. Η κόρη του δεν έγινε αρχηγός και ήταν πολύ στενοχωρημένη.
     Ξέχασα να σας πω ότι το γιοφύρι που εγκαινίασε ο πρώτος επιτήδειος δεν έχει φτιαχτεί μέχρι σήμερα. Τέλος πάντων, ο κάθε αρχηγός έβαζε και νέους φόρους στον λαό. Ήθελε να ζει βασιλικά αυτός, οι συγγενείς και οι φίλοι του. Έτσι γινόταν χρόνια πολλά. Ο λαός δούλευε σκληρά και οι αρχηγοί ζούσαν με όλα τους τα μεγαλεία. 
     Σε αυτή τη χώρα οι αρχηγοί έχουν γίνει φίλοι μεταξύ τους και συναντιούνται όλοι μαζί όταν ο λαός υποφέρει. Τότε παίζουν ένα παιχνίδι για να εντυπωσιάσουν. Κάθονται σε έναν κύκλο όλοι και κοιτάζονται στα μάτια. Τότε ο παλιός αρχηγός κρύβει το δαχτυλίδι και λέει:
     – Έχασα, έχασα το δαχτυλίδι, όποιος το βρει θα το παντρευτεί.
     Τότε αυτοί ψάχνουν από δω, ψάχνουν από κει, ε και κάποιος θα το βρει. Αυτός γίνεται αρχηγός. Κάθε φορά που γίνεται νέος αρχηγός, γλεντάνε, τρώνε και πίνουνε οι δικοί του άνθρωποι, που κάθε φορά γίνονται και πιο πολλοί. Και κανενού δεν δίνουνε. Έτσι ο λαός δουλεύει μέρα νύχτα για να ζουν οι φίλοι τους και οι αρχηγοί βασιλικά. Όμως πια όσο και να δουλεύουν δεν μπορούν να ζήσουν. Όλα τα πλούτια, με τον καιρό, τα πούλησαν οι αρχηγοί μαζί με τους φίλους τους σε άλλα βασίλεια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι άλλοι βασιλιάδες ζητάνε πίσω τα δανεικά που τους έδιναν για να φτιάξουν το γιοφύρι. 
     Έτσι έβαλαν ξένους επιστάτες στη χώρα για να καταφέρουν να πάρουν πίσω τα δανεικά. Μάλιστα κράτησαν για ενέχυρο και το ίδιο το δαχτυλίδι του αρχηγού. Αυτός έβαλε νέους φόρους στον λαό. Πολλοί αναγκάστηκαν να πουλήσουν την περιουσία τους ακόμα και στους εχθρούς τους, για να μπορέσουν να πληρώσουν τους φόρους. Από τότε ο λαός ζει δυστυχισμένος, οι αρχηγοί ζουν πάντα καλά και οι επιστάτες ακόμα καλύτερα.
     Ξέχασα να σας πω πως οι αρχηγοί, για να ζουν ακόμα καλύτερα, πούλησαν και αυτά που δεν πουλιούνται σε μια χώρα. Πούλησαν τα γεφύρια, τους δρόμους, τα λιμάνια, το νερό και ό,τι άλλο τους κατέβαινε. Έτσι ζουν αυτοί βασιλικά κι εμείς εδώ καλύτερα. Όσο για τη χώρα, δεν είναι πια χώρα…
Ευτύχιος Καρυολάκης

48 Παραμύθια – Σχόλια στην επικαιρότητα
1ο τεύχος Σελίδα 48

Τρίτη, 7 Δεκεμβρίου 2010

Αφήγηση Παραμυθιών

Το «ΟΝΑΡ- Πρότυπο Κέντρο Θεραπείας μέσω Τέχνης»
οργανώνει :
Δωρεάν «Σεμινάριο Αφήγησης ...Παραμυθιών»
στην Πάτρα, την Παρασκευή 10 Δεκεμβρίου 2010 και ώρα 18:00-21:00




 

Απευθύνεται σε μουσικοπαιδαγωγούς, δασκάλους, εμψυχωτές, ηθοποιούς, perfomers, σπουδαστές παιδαγωγικών σχολών, νηπιαγωγούς, γονείς και σε όσους έχουν επαφή με τα παιδιά.

  • Ποια τα οφέλη της αφήγησης παραμυθιών κατά την διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας; 
  • Τι είδους μηνύματα περνάνε τα παραμύθια στα παιδιά και πως αυτά μπορεί να τα χρησιμοποιήσει ο εκπαιδευτικός για να ξορκίσει φόβους, να προβάλλει ηθικές αρχές, να τονώσει την φαντασία, ή ακόμα και για μεταδώσει γνώσεις;
  • Πωςένας γονιός μπορεί να γίνει ο καλύτερος παραμυθάς για το παιδί του;

Η τέχνη της αφήγησης των παραμυθιών έχει αποδειχθεί πως συμβάλλει στην εκτόνωση και ανακούφιση του αφηγητή και του ακροατή θεατή. Η συμμετοχή στην ροή του μύθου και η ταύτιση με τους ήρωες επιτρέπουν στο παιδί να αντλήσει κουράγιο, δύναμη και γνώση.
Η επιλογή των κατάλληλων παραμυθιών, ο τρόπος απόδοσης και αφήγησή τους, ανάλογα με την κάθε περίπτωση, και οι δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει ο «παραμυθάς» στον χώρο αφήγησης είναι τα βασικά σημεία στα οποία θα σταθεί ο εισηγητής του σεμιναρίου, Αβούρης Δημήτρης.
Αφηγητής παραμυθιών και συγγραφέας ο ίδιος, με εμπειρία από παραστάσεις σε σχολεία και με καθημερινή εθελοντική δράση στα Νοσοκομεία Παίδων εδώ και δέκα χρόνια, θα δώσει απαντήσεις σε ερωτήσεις όπως: πως προσεγγίζουμε τα παιδιά τι λέμε και τι όχι, τι κάνουμε και τι αποφεύγουμε να κάνουμε, πως κερδίζουμε την εμπιστοσύνη τους και με ποιον τρόπο τα καλούμε να
συμμετάσχουν στην αφήγηση.


Αυτά και άλλα πολλά, σε μια προσπάθεια να υπενθυμίσουμε την θεραπευτική αλλά και εκπαιδευτική αξία της αφήγησης παραμυθιών και να εξοπλίσουμε τους ενδιαφερόμενους μελλοντικούς «παραμυθάδες», με γνώσεις για την επαφή τους με την ιδιαίτερη πραγματικότητα του κόσμου των
παραμυθιών


Το Σεμινάριο θα πραγματοποιηθεί:  

Αθηνών 58 και Πέντε Πηγαδίων (περιοχή Αγίας Σοφίας)

Περισσότερες
πληροφορίες στα τηλ:

2610-43 80 90 , 210-7750653, 6976 330933

Websites: www.onar-paidi.gr, www.toparamithimag.gr

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Δεν μένει εδώ κανείς;

Δεν μένει εδώ κανείς;

ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ, βλέπεις παντού κλειστά παράθυρα,και αν στήσεις το αφτί σου, σαν τον κλέφτη στην εξώπορτα, θα ακού-σεις μόνο τηλεοράσεις. Τίποτα άλλο. Όπως αφήνει κανείς το ραδιόφωνο ανοιχτό μόνο όταν λείπει από το σπίτι, για τον φόβο του κλέφτη. Και αν κοιτάξεις απ’ την κλειδαρότρυπα, κάποιος μοναχικός ή κάποιοι αμίλητοι θα ‘ναι ξαπλωμένοι στον καναπέ. Σαν να μην μένε ιεδώ κανείς.Όλους αυτούς είδε το παραμύθι, όταν σαν παιδί πήρε τους δρόμους πριν λίγο καιρό. Άρχισε να ρωτά γιατί; Είπε να γίνει βιβλίο, μα τα βιβλία μένουν κλειστά μετά το πρώτο ξεφύλλισμα ή διάβασμα. Ξεχνιούνται. Ή να γίνει βιβλίο με εικόνες μιας χρήσεως απ΄ τα χιλιάδες που έχουν εδραιωθεί στη συνείδηση του μέσου αναγνώστη. Σκέφτηκε την καλλιέπεια των βιβλίων. Δύσκολη λέξη.Ήθελε να εξυπηρετήσει την ανάγνωση, τον λόγο, να γίνει φίλος του μοναχικού, μαζί να μοιράζονται, να δώσει φωνή στους αμίλητους, να δώσει φτερά και ελπίδα στους ξαπλωμένους, να χωρέσει στην χωρίς χρόνο ζωή τους.Και αφού το σκέφτηκε καλά και για πολύ, το πήρε απόφαση. Θα γίνω περιοδικό. Και έγινε. Μα το είπαν βιβλίο. Αφού δεν είχε χρώματα ούτε εξώφυλλο να προκαλεί. Παρ’ όλα αυτά, με την πρώτη του εμφάνιση βρήκε ανοιχτά σπίτια και ζεστασιά ψυχής. Είτε σαν βιβλίο, είτε σαν περιοδικό. Βρήκε φίλους που χρόνια σκεφτόταν, βρήκε παιδιά, γονείς, δασκάλους, παππούδες και γιαγιάδες περισσότερους απ’ ό,τι φανταζόταν.
Από την πρώτη του μέρα διαπίστωσε ότι η πραγματικότητα ξεπερνά την φαντασία. Τόσα χαμόγελα να παίρνει και να δίνει, τόσες ιδέες, τόση αγάπη. Έτσι τώρα νιώθει την ανάγκη να μπει σε περισσότερα σπίτια, να δεχτεί παραμύθια, προτάσεις, ιδέες, για να κάνει τη ζωή μας παραμυθένια. Το όνειρό του είναι να μην μπει ποτέ στο ράφι. Φαντάζεται να γυρίζει κάθε μέρα και σ’ άλλα χέρια μέσα στο σχολείο, στο νοσοκομείο. Θέλει να μην έχει ποτέ συνηθισμένη θέση μέσα στο σπίτι. Τη μια στο γραφείο, την άλλη στο κρεβάτι, στο τραπέζι, στον κήπο, στη… Παντού. Λες η πραγματικότητα να ξεπερά-σει αυτή τη φαντασία;

Από τη συντακτική επιτροπή

Τεύχος 2

Ο Άγιος Βασίλης... θα ’ρθει και του χρόνου!

Ο Άγιος Βασίλης... θα ’ρθει και του χρόνου!

ΔΕΝ ΗΡΘΕ, λοιπόν, φέτος για όλους μας ο Άγιος Βασίλης.Έναν ολόκληρο χρόνο δεν τον σκεφτήκαμε. Δεν του στείλαμε ούτε γράμμα. Καιεπειδή είναι ευγενής, μας το ανταπέδωσε. Δεν μας έφερε τίποτα, αφούδεν ζητήσαμε – ούτε να μας δει δεν ήρθε. Καλά-καλά δεν πιστέψαμε ότι υπάρχει, γιατί πια δεν πιστεύουμε τίποτα.
Ούτε πιστεύουμε, ούτε εμπιστευόμαστε. Αφού δεν εμπιστευόμαστε κανέναν, σε ποιον θα πούμε το μυστικό μας να φτάσει εκεί μακριά στον Άγιο Βασίλη; Και αυτός με τη σειρά του, καθώς δρόμο θα παίρνει και δρόμο θα αφήνει, θα ρωτά και θα μαθαίνει για να μας φέρει ένα γράμμα-δώρο, γραμμένο με τη σοφία όλων όσων συνάντησε. Ένα δώρο μόνο για μας. Γιατί τα δώρα του Άγιου Βασίλη είναι μυστικά. Τα βλέπουμε μόνο όταν τα ανοίγουμε. Δεν πιστεύουμε πια και στα δώρα. Ούτε τα ονειρευόμαστε. Τότε, πώς μπορούμε να τα έχουμε; Τα δώρα έχουν αγάπη και όταν τα ανοίγουμε μας κάνουν ευτυχισμένους.
Πολλές φορές δεν έχουμε ούτε χώρο μέσα στο σπίτι για να αφήσει ο Άγιος Βασίλης το δώρο. Όλα είναι στη θέση τους. Τίποτα καινούριο δεν χωράει. Ίδιες ιδέες, ίδιες συνήθειες, ίδια λάθη, όλα στην ίδια θέση.
Μια φορά και έναν καιρό ο Άγιος Βασίλης πήγε σε ένα σπίτι να αφήσει το δώρο του.Μπήκε μέσα από την καμινάδα. Έψαχνε από δω,έψαχνε από κει, να βρει γλυκά. Ήθελε να φάει ένα, για να αφήσει το δώρο του. Έτσι κάνει σε κάθε σπίτι που πάει. Δεν βρήκε τίποτα. Κανείς δεν νοιάστηκε.
Ξέχασα να σας πω πως όταν μπήκε από την καμινάδα παραπάτησε πάνω στα παιχνίδια που είχαν σωριάσει τα παιδιά εκεί γύρω. Πάνωστο τραπέζι βλέπει ρούχα και παπούτσια. Στις καρέκλες πιάτα. Τα βιβλία στο νεροχύτη. Τα ’χασε. Δεν χάνει καιρό, μπαίνει μέσα στηνκαμινάδα και χάνεται. Ούτε ξαναπέρασε από εκείνο το σπίτι.Ξέρετε, στον Άγιο Βασίλη αρέσει η τάξη. Θέλει αγάπη για να φέ-ρει το δώρο. Θέλει χώρο για να το αφήσει. Θέλει να το ζητήσουμε.Θέλει να το έχουμε ανάγκη. Θέλει να χαρούμε πολύ όταν το πάρουμε. Θέλει να το εκτιμήσουμε. Επειδή όμως εκείνος μας νοιάζεται, κάθε χρόνο μας δίνει ένα πολύ μεγάλο δώρο είτε το ζητήσουμε είτε όχι.Έναν ολόκληρο χρόνο για να ετοιμαστούμε και να τον περιμένουμε! Ξέρει ότι είμαστε άνθρωποι και θέλουμε τον χρόνο μας για όλα αυτά. Ας ετοιμαστούμε και ας τον περιμένουμε... του χρόνου.

Ο εκδότης

Τεύχος 2

Από τη συντακτική επιτροπή

Τι να ’ναι τα παραμύθια;
40 έχουνε κουκιά 40 και ρεβίθια
άκουσε χίλια ψέματαμα κράτα μιαν αλήθεια.

ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ,
Καλώς ορίσατε στο Παραμύθι.Παραμύθι, τέρψη, παρηγορία και διδαχή.Η σοφία τού λαού μας συμπυκνωμένη σε μικρές ιστορίες. Σ' αυτή την πρώτη μας επαφή θα θέλαμε να σας συστηθούμε και να σας εκφράσουμε την ανάγκη που μας οδήγησε σε αυτήν εδώ την έκδοση.Είμαστε μια ομάδα παραμυθάδων –γονείς, εκπαιδευτικοί, μαθητές– που ασχο-λούμαστε με το παραμύθι. Παρακολουθούμε σεμινάρια, γράφουμε τα δικά μαςπαραμύθια. Συγκεντρώνουμε και καταγράφουμε παραδοσιακά παραμύθια αποδιάφορα μέρη της Ελλάδας. Τα αφηγούμαστε, τα χρησιμοποιούμε στα δημοτικά σχολεία και τα νηπιαγωγεία μας, αλλά και στα νοσοκομεία και όπου αλλού υπάρχουν παιδιά, αν και τα παραμύθια δεν απευθύνονται μόνο στα παιδιάαλλά και στους ενήλικες.Διαπιστώσαμε πως έλειπε ένα έντυπο που θα τα αγκάλιαζε όλα αυτά και θα τους έδινε φτερά για να πετάξουν σε άλλα μάτια και άλλα στόματα εκτόςαπό τα δικά μας.Το παραμύθι θεραπεύει, σμιλεύει χαρακτήρες, απελευθερώνει τις ψυχές, ανοί-γει δρόμους, υποδεικνύει λύσεις. Γίνεται εργαλείο στα χέρια γονιών και δασκάλων.Ξεδιπλώνει τη φαντασία των παιδιών, απελευθερώνει με την αφήγηση και τηδραματοποίησή του. Μας δένει με τις ρίζες μας.«Το Παραμύθι» δημιουργήθηκε για όλα αυτά. Είναι εδώ και περιμένει όλουςεσάς, μικρούς και μεγάλους, για να το ξεφυλλίσετε, να το μελετήσετε, να το αφηγηθήτε, να φιλοξενήσει τα παραμύθια που θα του στείλετε, δικά σας ή τουτόπου σας.

«Έρχεται στον κόσμο το περιοδικό μας,
γεμάτο παραμύθια,
λόγια σοφά θα γράφετε
πολύ γέλιο θα πέσει,
ένα παραμύθι στείλετε
και κάπου θα χωρέσει».

Από τη συντακτική επιτροπή

Τεύχος 1

Τι είναι για 'μας το Παραμύθι

Τι είναι για ’μας το Παραμύθι

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ, που αρχίζει κάθε στιγμή που το έχουμε ανάγκη. Ένα παιδί, που
μας κρατά από το χέρι κι όλο ρωτάει: γιατί;
Είναι οι μνήμες που ποτέ δεν χάνονται, είναι οι ελπίδες που πάντα έρχον-
ται. Η αλήθεια ανάμεσα στα ψέματα. Είναι τρόπος (ανθρώπινης) ζωής. Η πα-
ρηγορία και ο καθημερινός αγώνας του καλού και του κακού. Η ισορροπία μας
πάνω στο τεντωμένο σκοινί της καθημερινότητας. Είναι η συνάντηση του λό-
γου και του πνεύματος των (απλών) ανθρώπων.
Είναι ένα περιοδικό που γεννιέται για να ανήκει στο παραμύθι.
Μικροί και μεγάλοι παραμυθάδες είναι οι συντάκτες του. Άνθρωποι που γρά-
φουν και αφηγούνται παραμύθια σε όλη τηνΕλλάδα.Είναι παιδιά που χρόνια τώρα
μας εμπιστεύονται τα παραμύθια τους, στα σχολεία και στα νοσοκομεία.
Είναι άξιοι δάσκαλοι που βρίσκουν χρόνο για να τέρψουν και να διδάξουν
μέσα από αυτά, ανιδιοτελώς. Είναι νέοι άνθρωποι που ανακάλυψαν και έβαλαν
το παραμύθι στη ζωή τους και στις σπουδές τους. Είναι άνθρωποι που εργάζονται
σε νοσοκομεία και ειδικά σχολεία με σύμμαχο το παραμύθι. Είναι παππούδες
και γιαγιάδες που δεν νικήθηκαν.
Είναι η ανάγκη μας να μεταδώσουμε το παραμύθι, γνωρίζοντας την αξία του
και τη χρησιμότητα του σε εποχές σιωπής.
Ο λαϊκός λόγος υπάρχει και λειτουργεί μέσα από τα παραμύθια χρόνια και
χρόνια, δίχως εντυπωσιασμούς και προκαταλήψεις. Είναι ακριβής και δίκαιος,
ελεύθερος και καταλυτικός.
Αυτός ο λόγος, ο χρήσιμος, είναι ο λόγος που φιλοδοξούμε να καταγραφεί,
να ακουστεί και να μας εμπνεύσει, αφού αυτός αποτελεί κοινωνική συνείδηση,
για να ζήσουμε εμείς καλά και τα παιδιά μας καλύτερα!


Ο εκδότης

Τεύχος 1

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Τεύχος 5 - Φθινόπωρο 2011
Περιεχόμενα

5, Το μεγάλο ΟΧΙ
6, Παραμύθι, ένα χρόνο μετά
9, Επαγγέλματα παλιά που δεν υπάρχουν πια
   Ρούλα Καραχάλιου, Βιβή Αναστασοπούλου
36, Κόκκινη κλωστή λυμένη
      Κατερίνα Μενάγια
50, Παραμύθια εν τω Γέρμα
    Δημήτρης Παπατζήμος
73, Το παραμύθι των παιδιών
88, Θερινή Σχολή Παραμυθάδων
     Χριστίνα Βασσάρα
     Βάλια Δουδουμοπούλου
     Βάσω Παπαπαναγιώτου
99, Νέο ελληνικό παραμύθι
171, Παραμυθοτράγουδα


Τεύχος 4 -Καλοκαίρι 2011
Περιεχόμενα


5,  Των ορισμών και των οριζόντων
7,  Ο κύκλος των καλοκαιριών
8,  Νεράιδα Φαντασία (Σόνια Ευθυμιάδου)
13,  Το λαϊκό παραμύθι στη δανειστική βιβλιοθήκη του Νηπιαγωγείου (Ρούλα Καραχάλιου)
25,  Η αφήγηση του παραμυθιού (Μαριλίνα Βέρρα)
27,  Το σχολείο των παραμυθιών (Αγγελική Σχοινά)
56,  Με σχόλιο το παραμύθι (Κατερίνα Μενάγια)
58, Πώς νιώσαμε όταν δημοσιεύτηκαν τα παραμύθια μας από το Εργαστήρι Ειδικής Αγωγής Άργους Ορεστικού (Ευδοξία Μιχαηλίδου)
61, Το παραμύθι των παιδιών
74, Το παραμύθι στο νοσοκομείο (Βασιλική Δουδουμοπούλου)
79, Παραμύθια – Σχόλια στην επικαιρότητα
86, Παραμύθια στο μειονοτικό σχολείο Ηλιόπετρας Ξάνθης (Σμαράγδα Καρασιμοπούλου)
95, Τα παιδιά από το Ίδρυμα Μέριμνα «Αγία Μαρίνα» Καβάλας μάς ταξιδεύουν με παραμύθι (Σοφία Κοβανίδου)
105, Το παραμύθι, ο από μηχανής θεός μας (Σοφία Καμπούρη)
123, Φτερουγίζοντας στα παραμύθια της Τήνου (Γιώργος Βιδάλης)
127, Τηνιακά παραμύθια – Ανθολογία
147, Νέο ελληνικό παραμύθι


Τεύχος 3 -Άνοιξη 2011
Περιεχόμενα

5,  Το φιλί της Ανάστασης
6,  Στραβός βελόνα γύρευε σε έναν αχυρώνα και ο κουφός τού έλεγε πως άκουσ’ έναν κρότο
7, Το λαϊκό παραμύθι, χώρα αξιών (Δημήτρης Αβούρης)
11, Πώς δουλεύουμε το παραμύθι μέσα από το πρόγραμμα σπουδών του Νηπιαγωγείου (Ρούλα Καραχάλιου)
21, Παραμύθια από το Εργαστήρι Ειδικής Αγωγής Άργους Ορεστικού (Ευδοξία Μιχαηλίδου)
41, Τα παιδιά γράφουν για το παραμύθι
53, Το παραμύθι των παιδιών
63, Παραμύθια – Σχόλια στην επικαιρότητα
82, Τα παραμύθια και οι παραμυθάδες της Μυκόνου Ευαγγελία Βερώνη Καμμή
105, Δουλεύοντας με το παραμύθι στην ομάδα συμβουλευτικής γονέων (Κατερίνα Μενάγια)
113, Νεοελληνικό λαϊκό παραμύθι
155, Παραδοσιακά παραμύθια για τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα
163 Ένας παραμυθάς θυμάται (Βασίλειος Δροσάτος)



Τεύχος 2 -Χειμώνας 2010

Περιεχόμενα
5, Ο Άγιος Βασίλης... θα ’ρθει και του χρόνου!
7, Δεν μένει εδώ κανείς;
9, Η παραμυθία των παραμυθιών (π. Παναγιώτης Καποδίστριας)
13, Τα παιδιά γράφουν παραμύθια αναζητώντας τη λύση
στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν (Ρούλα Καραχάλιου)
27, Το παραμύθι των παιδιών
45, Ερυσίχθων (Μαριβίτα Γραμματικάκη)
47, Παραμύθια – Σχόλια στην επικαιρότητα
71, Το ποαραμύθι είναι κόκκινο, είναι πάθος (Κατερίνα Μενάγια)
75, Αφιέρωμα σε παραμύθια της Λέρου
97, Νεοελληνικό λαϊκό παραμύθι
139, Μι φορά ήταν και ήταν... (Μερόπη Σωτηροπούλου Μάγγελ)
143, Παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα παραμύθια
151, Πέντε παραμύθια για τα κάλαντα




Τεύχος 1 -Φθινόπωρο 2010

Περιεχόμενα
5, Τι είναι για εμάς το παραμύθι
9, Πρόλογος (Σπύρος Αλ. Καββαδίας)
11, Το λαϊκό παραμύθι στο σύγχρονο νηπιαγωγείο-σχολείο (Αναστασοπούλου Βιβή, Καραχάλιου Ρούλα) 
25, Το παραμύθι των παιδιών (Αγγελική Σχοινά)
38, Ησίοδος (Θοδωρής Κασαπίδης) 
41, Παραμύθια- Σχόλια στην επικαιρότητα
65, Η ζωή σαν παραμύθι (Βιργινία Ιωαννίδου)
68, Γιορτή παραμυθιού στην αυλή του δημοτικού σχολείου Μαυροχωρίου (Σόνια Ευθυμιάδου-Παπασταύρου)
91, Πρωτόγονο-Μικρή εισαγωγή (Ελισάβετ Αρσενίου)
95, Νεοελληνικό λαικό παραμύθι
128, Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι (Μαριανίνα Κριεζή)


 

ταυτότητα

Έτος 1ο, Τεύχος 2ο
Ιδιοκτησία και έκδοση περιοδικού: Όναρ μέσω τέχνης 
Αιγίου 13, 11527 Γουδή
Τηλ./fax: 2107750653
http://toparamuthi.blogspot.com/

Κωδικός Εντύπου: 1792-491Χ

Διευθυντής περιοδικού: Αβούρης Δημήτρης

Επιμέλεια - Σελιδοποίηση: Ανδρονίκη Μαστοράκη

Ετήσια Συνδρομή: Εσωτερικού 30 €, Εξωτερικού 50 €

Όσοι επιθυμείτε να γίνετε συνδρομητές του περιοδικού μας θα πρέπει:
1. Να καταβάλετε την συνδρομή σας σε έναν από τους παρακάτω τραπεζικούς λογαριασμούς:
Εθνική Τράπεζα:748/741 477-34
Αγροτική Τράπεζα: 379 01 028494 65
2. Να μας στείλετε το καταθετήριο και τα στοιχεία σας (ονοματεπώνυμο και ταχυδρομική διεύθυνση)
είτε με fax στο 210 77 50 653, είτε με e-mail στο info@onar-paidi.gr .

επικοινωνία

Μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας με email στο:
  • toparamuthi@gmail.com 
  • Στα τηλέφωνα επικοινωνίας του Όναρ: Αθήνα (210-7750653), Πάτρα (2610438090)
  •  Στο email του Όναρ: info@onar-paidi.gr

συντακτική επιτροπή

Τη Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού αποτελούν οι:
  • Λαγογιάννη Χριστίνα
  • Μέγα Χάρις
  • Παλιάτσιος Γεώργιος
  • Σχοινά Αγγελική



Συνεργάτες τεύχους

Τεύχος 2

Γραμματειακή υποστήριξη: Καρκάνη Γεωργία
Σκίτσα τεύχους: Θοδωρής Κατσίβας, Μαρία Μιχαήλ, Ιωάννης Δέδες, Δημήτρης Κάσδαγλης, Μαριλίζ Καράκοντη-Διόλατζη, Τζένη Ηλιοπούλου, Γιώργος Παλιάτσιος, Αγγελική Σχοινά, Νεφέλη Σχοινά, Χλόη Φίνν, Φωτεινή Τσιντζέλη, Alessandro De Martino,  Ιφιγένεια Αβραμοπούλου 
Φωτογραφίες τεύχους: Θοδωρής Κατσίβας, Βασίλης Ζαβέρδας, Δημήτρης Αβούρης 
Συγγραφείς: Δημήτρης Κάσδαγλης, Σοφία Καμπούρη, Χάρις Μέγα, Μαριάννα Τσουκαλά, Αρχοντούλα Γεωργοπούλου, Χριστίνα Λαγογιάννη, Φωτεινή Μπιτσάνη, Γεωργία Καρκάνη, Γεωργία Καραβασίλη, Αγγελική Σχοινά, Κική Πετροχείλου, Ελένη Σχοινά, Φωτεινή Δημητρίου, Βασιλική Τσόλκα, Δημήτρης Αβούρης, Σταύρος Γέρακας, Ευτύχιος Καρυόλακης, Νικηφόρος Σγουρός, Ευτυχία Παναγιωτακοπούλου


Τεύχος 1

Γραμματειακή υποστήριξη: Καρκάνη Γεωργία
Σκίτσα : Ιωάννης Δέδες, Μαριλίζ Καράκοντη-Διόλατζη, Γιώργος Παλιάτσιος, Αγγελική Σχοινά
Φωτογραφίες: Θοδωρής Κατσίβας, Γιώργος Παλιάτσιος, Αγγελική Σχοινά, Ελένη Χαρτά
Συγγραφείς: Γιωργία Καρκάνη, Μαριάννα Τσουκαλά, Αγγελική Σχοινά, Χρυσούλα Ζέζα, Ρούλα Καραχάλιου, Αρχοντούλα Γεωργοπούλου, Μαριλίζ Διόλατζη, Γιώργος Παλιάτσιος, Σοφία Καμπούρη, Χριστίνα Χριστοφή, Χριστίνα Λαγογιάννη, Βιργινία Ιωαννίδου, Δημήτρης Αβούρης, Χάρις Μέγα, Ανδρονίκη Μαστοράκη, Διονυσία Μερτζανίδη, Ευτύχιος Καρυολάκης, Σταύρος Γέρακας

Όναρ

"Όναρ μέσω τέχνης για το άρρωστο παιδί":

Το "Όναρ μέσω τέχνης", είναι ο μοναδικός στην Ελλάδα μη κερδοσκοπικός οργανισμός (Μ.Κ.Ο.) που ασχολείται με τη θεραπεία μέσω τέχνης (art therapy). Κάθε ασθένεια είναι ψυχοσωματική, συνεπώς βελτιώνοντας τον εσωτερικό κόσμο του ατόμου και βοηθώντας το να κατακτήσει την ψυχική του υγεία, αποκτά αυτοπεποίθηση, κοινωνικοποιείται, εντάσσεται στο σύνολο και εκφράζεται. Μέσα από όλα αυτά βελτιώνεται σταδιακά και εξελίσσει τις δυνατότητές του.  
Κάθε μορφή τέχνης παρέχεται στα παιδιά, αλλά και σε ενήλικες.

Καλωσόρισμα

Καλωσήρθατε στο ιστολόγιο του περιοδικού "το παραμύθι".