Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Ο Σκασμός

     Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν κάτω από τη γη κάτι μικρά, κουτσά, στραβά, ανάποδα, μαυρισμένα, παράξενα ανθρωπάκια που τα έλεγαν καλικαντζαράκια.
     Το μικρότερο είχε την πιο κακιά συνήθεια του κόσμου. Του άρεσε να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει και να μην σταματάει με τίποτα. Το όνομα του ήταν Σκασμός.
     – Σταμάτα, δεν μπορούμε να σ’ ακούμε, του έλεγαν τ’ άλλα.
     Εκείνο μιλούσε συνέχεια. Ένα βράδυ, παραμονή Χριστουγέννων, αποφάσισαν να ανέβουν πάνω στη γη. Από που ανέβηκαν; Μέσα από την κουφάλα μιας γέρικης ελιάς. Και μόλις ανέβηκαν, εκείνο το κουτσό, στραβό, ανάποδο, μαυρισμένο που του άρεσε να μιλάει, να μιλάει, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, τρέχει από δω, τρέχει από κει, και πού πήγε και τρύπωσε; Μέσα σε ένα ανθρώπινο στόμα που το βρήκε εκείνη την ώρα ανοιχτό. Και ο άνθρωπος, που μπήκε μέσα του το καλικαντζαράκι, ξέρετε τι έπαθε; Άρχισε να να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει, και να μην σταματάει με τίποτα.
     – Σταμάτα, του λέγανε οι άλλοι, δεν σ’ αντέχουμε, σταμάτα!
     Εκείνος συνέχισε να μιλάει. Μίλαγε τόσο πολύ που δεν άντεχε άλλο. Και μια μέρα λέει:
     – Μιλάω πολύ, θα σκάσω, μιλάω πολύ, θα σκάσω... Σκασμός!
     Και όπως λέει αυτή την άσχημη λέξη, εκείνο το κουτσό, στραβό, ανάποδο, μαυρισμένο καλικαντζαράκι πετάγεται από το ανθρώπινο στόμα και τρέχει από δω, τρέχει από κει, δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, και πού πάει και μπαίνει; Μέσα σε ένα άλλο ανθρώπινο στόμα που το βρήκε εκείνη την ώρα ανοιχτό. Ο άνθρωπος, που μπήκε μέσα του το καλικαντζαράκι, τι να πάθει; Άρχισε να μιλάει, να μιλάει, να μιλάει, και να μην σταματάει με τίποτα.
     – Σταμάτα, του λέγανε οι άλλοι, δεν σ’ αντέχουμε.
      Εκείνος συνέχισε να μιλάει. Μίλαγε τόσο πολύ που δεν άντεχε άλλο. Και μια μέρα λέει:
     – Δεν αντέχω άλλο... Σκασμός!
      Στο λεπτό, εκείνο το κουτσό, στραβό, ανάποδο, μαυρισμένο καλικαντζαράκι δίνει μια και πετάγεται από εκείνο το ανθρώπινο στόμα. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει τρέχει από δω, τρέχει
από κει, και πού πάει και μπαίνει;
     Ξέχασα να σας πω ότι ο μεγαλύτερος φόβος της ζωής του ήταν μήπως γίνει κάποτε λευκό. Πάει και μπαίνει μέσα σε ένα σπίτι από την καμινάδα. Και τι έγινε; Πιο άσπρο ή πιο μαύρο; Μόλις μπαίνει μέσ’
στο σπίτι, τι να δει; Έναν άνθρωπο να κοιμάται και συνέχεια να ροχαλίζει. Δεν χάνει καιρό και δίνει μια και μπαίνει μέσα στο στόμα του. Τι να πάθει ο άνθρωπος εκείνος μέσα στον ύπνο του; Άρχισε να παραμιλάει, να παραμιλάει και να μην σταματάει με τίποτα.
     – Παραμιλάω, παραμιλάω, παραμιλάω, έλεγε μέσα στον ύπνο του. Παραμιλάω πολύ, θα σκάσω... Σκασμός!
     Και όπως λέει αυτή τη λέξη, εκείνο το κουτσό, στραβό, ανάποδο, μαυρισμένο καλικαντζαράκι δίνει μια και πετάγεται από εκείνο το ανθρώπινο στόμα. Βγαίνει έξω και αρχίζει να τρέχει μέσα στο σπίτι. Τρέχει από δω, τρέχει από κει, και τι να δει; Πάνω σε ένα τεράστιο τραπέζι γλυκά, ζαχαρωτά... Δεν χάνει καιρό, ανεβαίνει πάνω στο τραπέζι και αρχίζει με τα χέρια του να ξεσκονίζει τους κουραμπιέδες. Ένα σύννεφο άχνης απλώθηκε παντού. Μετά χτένισε τα κανταΐφια με τα νύχια του. Πήρε το μέλι και άρχισε να ψάχνει μέσα στο σπίτι να βρει μακαρόνια για να φτιάξει μελομακάρονα. Και αφού έκανε όλα αυτά, δίνει μια και μπαίνει μέσα στην καμινάδα. Και τι έγινε; Πιο μαύρο ή πιο άσπρο; Αλλά για κακή του τύχη, την ώρα που βγήκε πάνω στη στέγη του σπιτιού, είχε αρχίσει να χιονίζει. Το χιόνι έπεφτε πάνω του. Ο φόβος του μήπως γίνει λευκό άρχισε να γίνεται πραγματικότητα. Μα συνέχισε να μιλάει, να μιλάει... Το χιόνι έπεφτε μέσα στο στόμα του... Και άρχισε να παγώνει τη φωνή του.
     Αμέσως κατεβαίνει στον δρόμο και αρχίζει να τρέχει από δω, τρέχει από κει. Να βρει κάπου να κρυφτεί. Ξαφνικά, τι να δει; Μια παρέα παιδιών που έπαιζαν χιονοπόλεμο. Μόλις τον βλέπουν με
ανοιχτό το στόμα, άρχισαν να του πετάνε χιονόμπαλες. Μα εκείνο συνέχισε να μιλάει... Οι χιονόμπαλες έμπαιναν από το στόμα του. Εκατό χιονόμπαλες έγινε η κοιλιά του. Σαράντα το κεφάλι του. Και μίλαγε, μίλαγε... Ώσπου, πάγωσε η φωνή του, τα πόδια του, τα χέρια του. Κι έτσι
έγινε ένας τεράστιος, ακίνητος, αμίλητος χιονάνθρωπος. Τα παιδιά του έβαλαν και... μύτη... σκούφο...
     Να σας πω ένα μυστικό; Όταν ακούτε κάποιον δίπλα σας να μιλάει, να μιλάει και να μην σταματάει με τίποτα, κλείστε το στόμα σας και πείτε από μέσα σας:
     – Σκασμός, σκασμός, σκασμός...
     Όμως μην τολμήσετε να ανοίξετε το στόμα σας, γιατί κινδυνεύετε να βγει από το άλλο στόμα και να 'ρθει, να μπει στο δικό σας στόμα.
     Να σας πω και το πιο μεγάλο μυστικό; Όταν κρατάτε το στόμα σας κλειστό, θα ζείτε εσείς πάντα καλά και οι άλλοι, που δεν θα σας ακούνε, ακόμα καλύτερα.
 
Δημήτρης Αβούρης

Δεν υπάρχουν σχόλια: