Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Η χώρα των δαχτυλιδιών

     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα με πολύ χρυσάφι. Από παλιά οι κάτοικοί της έφτιαχναν σπουδαία πράγματα με το χρυσάφι. Αγάλματα, χρυσούς ήλιους, χρυσά στεφάνια, σταυρούς, χρυσά δαχτυλίδια. Δούλευαν πολύ για να τα φτιάξουν.
     Έτσι έκαναν γνωστή τη χώρα τους σε ολόκληρο τον κόσμο. Όλοι τους θαύμαζαν. Σε αυτή τη χώρα ζούσαν πολλοί σοφοί και αρκετοί φωτισμένοι δάσκαλοι.
     Κάποιοι βασιλιάδες από άλλες χώρες την ζήλευαν. Πολλές φορές κατάφεραν να τη νικήσουν και να αρπάξουν πολλά από τα πλούτη της. Όμως ο λαός της κατάφερνε ενωμένος να ελευθερώνεται. Είχε και σπουδαίους στρατηγούς.
     Είδαν και απόειδαν οι ξένοι βασιλιάδες να κάνουν δούλους τους τούς κατοίκους της χώρας, μα ποτέ δεν τα κατάφερναν. Έτσι κάποτε σκέφτηκαν να βάλουν τον λαό της σε διχόνοια. Τάχα μου για να τους βοηθήσουν να λύσουν τις διαφορές τους. Έτσι έβαλαν ξένο βασιλιά, για πάντα.
     Ο βασιλιάς μόλις έφτασε στη χώρα διάταξε να του φτιάξουν ένα χρυσό στέμμα. Έτσι κι έγινε. Σ’ εκείνον οι άλλοι βασιλιάδες έκαναν δώρο ένα ολόχρυσο δαχτυλίδι.
     – Μόνο ο πρωτότοκος γιος, με αυτό το δαχτυλίδι, θα γίνεται βασιλιάς, του είπαν.
     Έτσι γινόταν για χρόνια. Βασιλιάς γινόταν πάντα ο πρωτότοκος γιος του βασιλιά. Κάποιοι παμπόνηροι όμως από τον λαό ήθελαν κι εκείνοι να γίνουν βασιλιάδες. Για να ζουν βασιλικά. Ήθελαν πολύ να μάθουν πού κρύβει ο βασιλιάς τις νύχτες το δαχτυλίδι του και να βρουν τρόπο να του το κλέψουν.
     – Θα του το πάρουμε και θα γίνουμε εμείς βασιλιάδες, έλεγαν και ξανάλεγαν.
     Σκέφτονταν και ξανασκέφτονταν. Μια μέρα ένας από αυτούς κάλεσε τους άλλους και τους είπε:
     – Δεν πάμε μέρα να κλέψουμε του βασιλιά το δαχτυλίδι;
     – Πώς να γίνει αυτό, του λένε, αφού ο βασιλιάς το φοράει;
     – Πάμε να ρωτήσουμε τους σοφούς. Αυτοί θα ξέρουν, τους λέει τότε αυτός.
     Έτσι κι έγινε. Την άλλη μέρα πάνε στον βασιλιά, όλοι μαζί για να κουβεντιάσουν, όπως του ’παν, μια μεγάλη υπόθεση. Ο βασιλιάς τους καλοδέχτηκε. Έτσι κατάφεραν να μπουν στο παλάτι. Την ώρα που κουβέντιαζαν, ξαφνικά άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους. Καβγάς μεγάλος. Φωνές, αντάρες. Ο βασιλιάς τα ’χασε. Άπλωσε τα χέρια του για να τους χωρίσει. Τότε ένας απ’ αυτούς, ο πιο επιτήδειος, άρπαξε το δαχτυλίδι κι έφυγε. Οι άλλοι συνέχισαν να τσακώνονται. Μέχρι να καταλάβει ο βασιλιάς ότι έχασε το δαχτυλίδι, ο άλλος γύριζε σε χώρες και χωριά, το ’δειχνε κι έλεγε:
     – Πήρα από τον βασιλιά το δαχτυλίδι.
     Την άλλη μέρα έγινε αρχηγός του κράτους. Τους άλλους ο βασιλιάς τους κράτησε στο παλάτι, γιατί του είπαν ότι θα τον βοηθήσουν να πάρει πίσω το δαχτυλίδι του. Ο νέος αρχηγός έβαλε στρατηγούς να φυλάνε τον βασιλιά και τον λαό, που άρχισε να φωνάζει.
     – Πληρώνουμε φόρους για τον βασιλιά, πληρώνουμε και για τους στρατηγούς, που κάθε μέρα περισσεύουν. 
     Ο νέος αρχηγός διάταξε να κλειστούν στις φυλακές όλοι οι σοφοί και μεγάλοι δάσκαλοι. Γιατί όπως έλεγε:
     – Αυτοί με τα λόγια τους ξεσηκώνουν τον λαό. 
     Έτσι έκανε ό,τι ήθελε και δεν μιλούσε κανείς. Μια μέρα κάποιοι από τους φιλοξενούμενους του βασιλιά, που ήθελαν πολύ κι αυτοί να γίνουν αρχηγοί, αποφάσισαν να κλέψουν το δαχτυλίδι από τον νέο αρχηγό. Σκέφτηκαν, ξανασκέφτηκαν και ντύθηκαν γυναίκες. Τον έπαιρναν από πίσω, όπου κι αν πήγαινε. Κανείς δεν τους είχε καταλάβει.
     – Όποιος καταφέρει και πάρει το δαχτυλίδι, θα γίνει αρχηγός αυτός και τα παιδιά του, για πάντα, έλεγαν.
     Μια μέρα που οι στρατηγοί με τον αρχηγό πήγαν να εγκαινιάσουν ένα γιοφύρι, έπεσε το δαχτυλίδι του αρχηγού μέσα στις λάσπες. Ένας απ’ αυτούς στο λεπτό το αρπάζει. Γύρισε και το φώναξε σε όλη τη χώρα.
     – Έκλεψα, έκλεψα το δαχτυλίδι.
     Έτσι έγινε αρχηγός. Τους υποσχέθηκε μάλιστα ότι το γιοφύρι θα το κάνει το πιο μεγάλο της χώρας, να φαίνεται παντού. Κάποια μέρα πέθανε αυτός. Πήρε ο γιος του το δαχτυλίδι κι έγινε αρχηγός. Μια μέρα κάπου του έπεσε και το έχασε. Το πήρε ένας άλλος που την άλλη μέρα έγινε αρχηγός. Μια μέρα του ’πέσε κι αυτουνού και το ’χασε. Το βρήκε ένας άλλος κι έγινε αρχηγός. Μετά το πήρε ο γιος του πρώτου, ο ανιψιός του δεύτερου, ο ξάδερφος του τρίτου, μετά ο γιος του άλλου κι έγιναν όλοι τους αρχηγοί.
     Ένας μάλιστα ήθελε να βάλει και την κόρη του αρχηγό. Είχε τη μορφή του δράκου κι έλεγαν ότι έχει στο σπίτι του σαράντα τουαλέτες. Δεν τα κατάφερε ποτέ. Όλοι τον έλεγαν γκαντέμη. Η κόρη του δεν έγινε αρχηγός και ήταν πολύ στενοχωρημένη.
     Ξέχασα να σας πω ότι το γιοφύρι που εγκαινίασε ο πρώτος επιτήδειος δεν έχει φτιαχτεί μέχρι σήμερα. Τέλος πάντων, ο κάθε αρχηγός έβαζε και νέους φόρους στον λαό. Ήθελε να ζει βασιλικά αυτός, οι συγγενείς και οι φίλοι του. Έτσι γινόταν χρόνια πολλά. Ο λαός δούλευε σκληρά και οι αρχηγοί ζούσαν με όλα τους τα μεγαλεία. 
     Σε αυτή τη χώρα οι αρχηγοί έχουν γίνει φίλοι μεταξύ τους και συναντιούνται όλοι μαζί όταν ο λαός υποφέρει. Τότε παίζουν ένα παιχνίδι για να εντυπωσιάσουν. Κάθονται σε έναν κύκλο όλοι και κοιτάζονται στα μάτια. Τότε ο παλιός αρχηγός κρύβει το δαχτυλίδι και λέει:
     – Έχασα, έχασα το δαχτυλίδι, όποιος το βρει θα το παντρευτεί.
     Τότε αυτοί ψάχνουν από δω, ψάχνουν από κει, ε και κάποιος θα το βρει. Αυτός γίνεται αρχηγός. Κάθε φορά που γίνεται νέος αρχηγός, γλεντάνε, τρώνε και πίνουνε οι δικοί του άνθρωποι, που κάθε φορά γίνονται και πιο πολλοί. Και κανενού δεν δίνουνε. Έτσι ο λαός δουλεύει μέρα νύχτα για να ζουν οι φίλοι τους και οι αρχηγοί βασιλικά. Όμως πια όσο και να δουλεύουν δεν μπορούν να ζήσουν. Όλα τα πλούτια, με τον καιρό, τα πούλησαν οι αρχηγοί μαζί με τους φίλους τους σε άλλα βασίλεια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, οι άλλοι βασιλιάδες ζητάνε πίσω τα δανεικά που τους έδιναν για να φτιάξουν το γιοφύρι. 
     Έτσι έβαλαν ξένους επιστάτες στη χώρα για να καταφέρουν να πάρουν πίσω τα δανεικά. Μάλιστα κράτησαν για ενέχυρο και το ίδιο το δαχτυλίδι του αρχηγού. Αυτός έβαλε νέους φόρους στον λαό. Πολλοί αναγκάστηκαν να πουλήσουν την περιουσία τους ακόμα και στους εχθρούς τους, για να μπορέσουν να πληρώσουν τους φόρους. Από τότε ο λαός ζει δυστυχισμένος, οι αρχηγοί ζουν πάντα καλά και οι επιστάτες ακόμα καλύτερα.
     Ξέχασα να σας πω πως οι αρχηγοί, για να ζουν ακόμα καλύτερα, πούλησαν και αυτά που δεν πουλιούνται σε μια χώρα. Πούλησαν τα γεφύρια, τους δρόμους, τα λιμάνια, το νερό και ό,τι άλλο τους κατέβαινε. Έτσι ζουν αυτοί βασιλικά κι εμείς εδώ καλύτερα. Όσο για τη χώρα, δεν είναι πια χώρα…
Ευτύχιος Καρυολάκης

48 Παραμύθια – Σχόλια στην επικαιρότητα
1ο τεύχος Σελίδα 48

Δεν υπάρχουν σχόλια: