Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Ο ψεύτης πεταλωτής

     Μια φορά και ένα καιρό σε ένα χωριό, στην πλαγιά ενός βουνού ζούσε ένας τσοπάνης, με την γυναίκα του. Παιδιά δεν είχαν. Όλη μέρα έβοσκε τα πρόβατα και τα γελάδια του. Το βουνό ήταν κακοτράχαλο. Τα παπούτσια, που ο ίδιος έφτιαχνε από τομάρια μοσχαριών, έλιωναν και τα πόδια του μάτωναν. Το όνειρο του ήταν να καταφέρει να φτιάξει παπούτσια να μην χαλάνε. Ποτέ δεν τα κατάφερε. Η γυναίκα του είχε έναν καημό, ήθελε να αποκτήσει παιδί. Παρακαλούσε τον θεό να της δώσει ένα αγόρι για να το στείλει να γίνει τσαγκάρης. Να χαρεί και ο πατέρας του. Περνούσαν τα χρόνια και παιδί δεν έκαναν. Η γυναίκα έλεγε στον άντρα της:
     – Αφού ο θεός δεν μας δίνει ένα παιδάκι, δεν παίρνουμε ένα ορφανό να σε βοηθάει στα γελάδια και να μάθει να φτιάχνει παπούτσια;
     Εκείνος δεν πίστευε στον θεό.
     – Δεν υπάρχει θεός, της έλεγε.
     – Σ’ ακούει και θα σε τιμωρήσει, του λέγε και συνέχιζε να παρακαλεί τον θεό. Εκείνος γέλαγε.
     Ένα βράδυ βλέπει αυτή άγγελο κυρίου να της λέει:
     – Ο άντρας σου θα τιμωρηθεί και εσύ θα δεις παιδί.
     Όταν ξύπνησε λέει στον άντρα της το και το. Εκείνος γέλασε με την καρδιά του. Ένα βράδυ η γελάδα τους γέννησε. Μα τούτο που έκανε έμοιαζε και με μοσχαράκι και με παιδί. Τα μάτια του, το χαμόγελό του, η γλώσσα του. Τα ‘χασαν και οι δυο. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Πέρναγε ο καιρός και το παιδί μεγάλωνε, και όσο μεγάλωνε έμοιαζε πιο πολύ με μοσχαράκι. Όλη μέρα έτρωγε, γλειφόταν, μούγκριζε και κοιμόταν. Τα μάτια του δεν χαίρονταν ούτε λυπόντουσαν.
     – Ούτε να φυλάει γελάδια δεν θα κάνει, έλεγε ο πατέρας του.
     – Δεν κάνει ούτε για τσαγκάρης, έλεγε η μάνα του.
     – Έτσι που τρώει, ούτε στο άλογο δεν θα μπορεί να ανέβει.

     Και βγήκαν αληθινοί. Μεγάλωσε και ούτε στο άλογο δεν μπορούσε να ανεβεί. Τι να κάνουν, τι να κάνουν; Είδαν και απόειδαν και αποφάσισαν να τον στείλουν να μάθει να πεταλώνει τα άλογα. Να γίνει πεταλωτής. Έτσι κι έγινε.
     Με τα χίλια ζόρια έμαθε τη δουλειά. Κάθε πρωί γύρναγε στα χωριά και φώναζε:
     – Εδώ ο καλός πεταλωτής, πεταλώνω άλογα, ακόμα και ψύλλο πεταλώνω.
     Μια μέρα ένας ντελάλης που ερχόταν από ένα μακρινό ταξίδι έφτασε στο χωριό. Έσερνε το άλογο του, που κούτσαινε. Το πήγε στον πεταλωτή. Εκείνο μόλις τον είδε αφήνιασε. Σηκώνει τα δυο πισινά του πόδια και δίνει μια κλωτσιά, πάρ’ τον πεταλωτή ανάσκελα. Έτρεξε κόσμος. Άλλοι κρατούσαν το άλογο, άλλοι γιατροπόρευαν τον πεταλωτή. Όταν συνήλθε, ο ντελάλης του λέει:
     – Καημένε, δεν κάνεις για πεταλωτής. Μόλις σε βλέπουν τα άλογα θα αφηνιάζουν.
     Ο κόσμος που είχε μαζευτεί τ’ άκουσε.
      – Για να το λέει ο ντελάλης που έχει γυρίσει όλο τον κόσμο θα ξέρει, έλεγαν.
     Περνούσαν οι μέρες και πραγματικά κανείς πια δεν πήγαινε στον πεταλωτή. Αυτός δεν ήξερε τι να κάνει. Έπρεπε ή να αλλάξει δουλειά ή να φύγει σε άλλα μέρη να μην τον ξέρουν.
     Μια μέρα αποφάσισε να πάει στον ντελάλη για να τον ρωτήσει τι να κάνει. Ο ντελάλης, που είχαν δει πολλά τα μάτια του και είχαν ακούσει πιο πολλά τα αυτιά του, του λέει:
     – Για πεταλωτής δεν κάνεις. Πες μου ένα ψέμα και θα σου βρω δουλειά.
     – Δεν έχω πει ποτέ ψέμα, λέει ο πεταλωτής.
     Ο ντελάλης γέλασε και του λέει:
     – Σε παίρνω για βοηθό μου.
     Και πραγματικά τον πήρε. Γύριζαν χώρες και χωριά και ντελαλούσαν μαζί τις διαταγές του βασιλιά. Στον πεταλωτή άρεσε πολύ αυτή η δουλειά. Είχε και μεγάλη γλώσσα και δυνατή φωνή. Δεν κουραζόταν ποτέ. Έγινε σιγά σιγά ο αγαπημένος ντελάλης του βασιλιά. Μια μέρα ο βασιλικός ντελάλης πέθανε και στη θέση του ο βασιλιάς πήρε στο παλάτι για αρχιντελάλη τον πεταλωτή. Έλεγε τα ψέματα τόσο πιστευτά που άρεσαν πολύ στον βασιλιά.

    Ο πεταλωτής χάρηκε με τη νέα του δουλειά και άρχισε να περπατάει κορδωτός, καμαρωτός. Αλλά ούτε και τώρα δεν μπορούσε να γελάσει. Στον βασιλιά άρεσε πολύ αυτό. Ήξερε ότι οι γελαστοί άνθρωποι είναι αληθινοί και δεν ήθελε ποτέ τέτοιον ντελάλη. Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, ο βασιλιάς έλεγε πιο πολλά ψέματα, αφού κανείς δεν αντιδρούσε. Ο πεταλωτής, όσο πιο μεγάλο
ήταν το ψέμα, τόσο πιο σοβαρά το έλεγε. Ψέμα ο βασιλιάς, ψέμα ο πεταλωτής. Ο λαός δεν άργησε να
τους πάρει χαμπάρι. Κάποιοι άρχισαν να γελάνε όταν τον έβλεπαν. Κάποιοι άλλοι του γύριζαν την
πλάτη. Ο πεταλωτής νευρίαζε και γινόταν ακόμα πιο σοβαρός. Και όσο πιο σοβαρός γινόταν τόσο πιο
πολλά ψέματα έλεγε. Ο λαός άρχισε να μην τον πιστεύει για τα καλά. Μετά από λίγο καιρό κανείς δεν του έδινε σημασία.
     Ο πεταλωτής τότε άρχισε να λέει ψέματα και στον βασιλιά. Ο βασιλιάς τον κατάλαβε, γιατί ήξερε
από ψέματα, και μια μέρα του λέει:
     – Αύριο είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς. Για να σε κρατήσω στο παλάτι θα διαλαλήσεις ένα ψέμα που θα το πιστέψουν όλοι. Θα διαλαλήσεις ότι τον καινούργιο χρόνο όλοι θα γενούν ευτυχισμένοι,
είναι απόφαση του βασιλιά και θα βρω σε όλους δουλειά.
      Την άλλη μέρα ο πεταλωτής βγαίνει να ντελαλήσει, αλλά πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του ακούει να του φωνάζουν:
     – Πεταλωτή πεταλωτή από τ’ άλλο μου τ’ αυτί, πεταλωτή πεταλωτή από τ’ άλλο μου τ’ αυτί.
Στο τέλος κανείς δεν τον άκουγε. Γέλαγαν και έκλειναν τα αυτιά τους. Ο ντελάλης δεν τα ‘χασε. Γυρίζει στον βασιλιά και του λέει:

     – Βασιλιά μου ο λαός με άκουσε και όλοι γελάνε, είναι πολύ ευχαριστημένοι. Μάλιστα κλείνουν τα αυτιά τους για να μην τους φύγουν ποτέ τα νέα που τους είπα.
     Ο βασιλιάς τον πίστεψε και ζήτησε να μάθει τα λόγια που τους είπε. Αλλά πριν προλάβει να του πει, ακούγεται μια φωνή από παντού:
      – Πεταλωτή πεταλωτή από τ’ άλλο μου τ’ αυτί
       για τα ψέματα του βασιλιά δεν μας καίγεται καρφί,
       πεταλωτή πεταλωτή από τ’ άλλο μου τ’ αυτί.
       Τότε ο βασιλιάς κοιτάζει από το παράθυρο, και τι να δει. Όλοι είχαν μαζευτεί έξω και φώναζαν, κρατούσαν παλιά πέταλα στα χέρια και έλεγαν:
      – Δεν είμαστε άλογα πεταλωτή
     που πεταλώνεις ψύλλο,
     άνθρωποι με λογική σωστή
     και σε σου πρέπει ξύλο.
     Κάνει να δει και αυτός από το παράθυρο, μα κάποιος του πετάει ένα πέταλο και τον βρίσκει κατακούτελα.
     Και έζησε αυτός καλά με ένα κεφάλι πέταλο. Ο βασιλιάς φοβήθηκε και κρύφτηκε και ακόμα είναι κρυμμένος, και όποιος δεν το πιστεύει είναι γελασμένος. Ξέχασα να σας πω, ότι όσο για τα παλιά πέταλα που κρατούσαν όλοι στα χέρια τους, γύρισαν πίσω στα σπίτια τους και τα κάρφωσαν πάνω από τις πόρτες τους.
       – Για να μην ξεχαστεί ποτέ το πάθημα του πεταλωτή και τα
ψέματα του βασιλιά, είπαν.
      Το κάρφωσαν εκεί για πάντα, για να μην μπει παραμονή Πρωτοχρονιάς ποτέ πια ψέμα στο σπίτι τους. Όλοι ξέρανε πια πως γούρι για την καινούρια χρονιά θα είναι μόνο η αλήθεια. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! Όσο για τον πεταλωτή, τρέχα γύρευε… ποιος τον θυμάται πια.
Ευτύχιος Καρυόλακης

Δεν υπάρχουν σχόλια: