Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Το παιδί που δεν ήξερε να γελάει και να κλαίει

   

ια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί που έκλαιγε χαρούμενα και γελούσε λυπημένα. Οι γονείς του ανησυχούσαν πολύ. Έτσι μια μέρα αποφάσισαν να τον πάνε σε ένα γιατρό. Ο γιατρός τον εξέταζε πολλές ώρες μα δεν του βρήκε τίποτα. Δεν ήξεραν τι να κάνουν. Αποφάσισαν να τον πάνε στον ξακουστό μάγο που ζούσε βαθιά στο δάσος.
     Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν κι έφτασαν στο σπίτι του μάγου. Ο μάγος τότε έδωσε στο παιδί να πιεί ένα μεγάλο φλιτζάνι με τριμμένα βότανα. Μόλις το ήπιε όλο, ο μάγος κοίταξε το φλιτζάνι και κατάλαβε ότι το παιδί ήταν μαγεμένο. Κανείς όμως δεν μπορούσε να λύσει τα μάγια παρά το ίδιο το παιδί. Έτσι ο μάγος είπε στους γονείς ν’ αφήσουν το παιδί να ταξιδέψει μόνο του για να λύσει τα μάγια του. Οι γονείς έτρεμαν από τον φόβο και τη στενοχώρια τους, αλλά δεν είπαν τίποτα. Έφυγαν. Τότε το παιδί, προτού καν ξεκινήσει το ταξίδι του, βρήκε το πρώτο πιο λυπητερό πράγμα: ν’ αποχωρίζεσαι τους γονείς σου. Τότε δάκρυσε. Ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή του τη λύπη. Ξεκίνησε όμως, γιατί ήθε-
λε να λύσει τα μάγια του όσο πιο γρήγορα γινόταν για να ξαναβρεί τους γονείς του.
     Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε, βρέθηκε σε μια έρημο. Δεν είχε ούτε φαγητό, ούτε νερό, ούτε έβλεπε τίποτα. Μόνο βουνά από άμμο.
     – Δεν θα βγω ποτέ από αυτή την έρημο, είπε.
     Τότε τον έπιασαν τα κλάματα, έπιασε το πρόσωπό του με τα χέρια του. Έμεινε εκεί πολλή ώρα. Το πήρε απόφαση. Σηκώθηκε και προχώρησε. Δεν είχε άλλη λύση αν ήθελε να λύσει τα μάγια του.
     Δεν πέρασε λίγη ώρα και ξαφνικά μπροστά του βλέπει έναν κάκτο και λίγο πιο πέρα μια καμήλα.
Βρήκε έναν κάκτο νερό να πιει
μία καμήλα από την έρημο να βγει.
     Άρχισε να τρέχει και να γελά από τη χαρά του. Κι όσο πιο πολύ γέλαγε τόσο πολύ έτρεχε. Κι όσο πιο πολύ έτρεχε τόσο πιο πολύ γέλαγε. Αφού ήπιε νερό από τον κάκτο, ανέβηκε στην καμήλα και συνέχισε το ταξίδι του μέσα στη νύχτα. Αποκοιμήθηκε πάνω στην καμήλα.
     Μόλις ξύπνησε είχε φτάσει σε ένα πολύ πλούσιο χωριό. Όμως εκεί όλοι οι άνθρωποι ήταν αμίλητοι και θλιμμένοι. Τότε τους ρώτησε:
     – Γιατί είστε λυπημένοι;
     Κι αυτοί απάντησαν:
     – Είμαστε πλούσιοι μα είμαστε γέροι και δεν έχουμε παιδιά. Πού να τη βρούμε τη χαρά;
     – Γιατί δεν έχετε παιδιά; ρώτησε τότε το παιδί.
     – Γιατί ήμασταν τσιγκούνηδες, κοιτούσαμε μόνο να μαζεύουμε χρήματα και να μη χαλάμε.
     Το παιδί τούς λυπήθηκε μα έπρεπε να συνεχίσει. Μετά από μια μέρα και μια νύχτα έφτασε σε ένα άλλο χωριό. Εκεί είχε περάσει ο πόλεμος. Όλα ήταν μαύρα, καμένα. Ξαφνικά μαζεύτηκαν γύρω του πολλά παιδιά.
     – Πού είναι οι γονείς σας; ρώτησε το παιδί.
     – Δεν έχουμε γονείς, σκοτώθηκαν στον πόλεμο, είπαν τα παιδιά.
     Τότε το παιδί έκλαψε πάλι. Ένιωσε ότι είχε αρχίσει να μεγαλώνει. Του ήρθε μια ιδέα. Μάζεψε όλα τα παιδιά και τους είπε να το ακολουθήσουν. Περπάτησαν μια μέρα και μια νύχτα και έφτασαν στο πλούσιο χωριό. Οι γέροι γέλασαν για πρώτη φορά στη ζωή τους και τα παιδιά γέλασαν κι εκείνα μετά από πολύ καιρό. Το παιδί γελούσε κι αυτό με τη χαρά τους κι έκλαιγε μαζί από συγκίνηση.
Ξαφνικά κατάλαβε ότι τα μάγια του είχαν λυθεί. Φώναξε τότε δυνατά τρεις φορές γελώντας.
     – Τα έλυσα τα μάγια μου.
     Τότε ξαφνικά βρέθηκε πάλι στο σπίτι τού μάγου κι ήταν εκεί και οι γονείς του. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Παναγιώτης, Στάθης, 11 χρόνων

1 σχόλιο:

Γιάννης Πλιώτας είπε...

Είναι ένα ακόμα καλό παραμύθι, ειδικά αν συνυπολογιστεί και η ηλικία του παιδιού που το έγραψε.
Μου άρεσε πολύ το αρχικό εύρημα, δηλαδή ότι ήταν ένα ένα αγόρι που έκλαιγε χαρούμενα και γελούσε λυπημένα.