Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Των ορισμών και των οριζόντων

     ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν μια χώρα με πολλούς ορίζοντες. Ήταν στο κέντρο της γης. Μια χώρα που είχε όλα τα πλούτη, θάλασσες, ποτάμια, βουνά, νησιά… Μα πιο πολύ ήταν ξακουστή για τον ήλιο της. Ο ήλιος ο δεκαεξάκτινος ήταν το σύμβολό της. Τα πρόσωπα και τα λόγια των ανθρώπων πάντα φωτεινά. Οι κάτοικοί της ήξεραν να δίνουν και να παίρνουν.
     Μια φορά κι έναν καιρό σ’ αυτή τη χώρα ζούσαν άνθρωποι δυστυχισμένοι. Οι άρχοντες που όριζαν τον τόπο πούλησαν τη χώρα σε ξένους. Τη πούλησαν όσο-όσο μιας και δεν ήξεραν την αξία της. Πούλησαν και τους ορίζοντές της. Χρόνια έκανε να γεννηθεί ευτυχισμένος άνθρωπος στη χώρα αυτή.
     Μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκε ένας άνθρωπος. Μόλις γεννήθηκε, η μοίρα τού είπε:
     – Θα ζήσεις σαράντα χρόνια και όλα σκλάβος. Θα δουλεύεις για τους ξένους και δεν θα μιλήσεις ποτέ.
     Ξέχασα να σας πω, την ώρα που γεννιόταν είχαν μαζευτεί γύρω από τη λεχώνα και τον ίδιο πολλοί άνθρωποι, συγγενείς και γείτονες. Έτσι έκαναν σ’ κείνο τον τόπο σε κάθε χαρά και λύπη. Χαίρονταν με τραγούδια, λυπούνταν με μοιρολόγια. Εκείνη την ημέρα δεν τραγούδησε κανείς. Μόνο το παιδί άρχισε το μοιρολόι. Πριν ακόμα ανοίξει τα μάτια του. Έκλαιγε ώρες. Όλοι έκλαιγαν… αλλά χωρίς δάκρυα. Βουβά. Δεν έκλαιγαν για το παιδί, έκλαιγαν για τα δικά τους βάσανα. Γιατί είχαν συνηθίσει να γεννιούνται παιδιά σκλάβοι.
     Όμως τούτο το παιδί σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες έκλαιγε. Και πάλι κανείς δεν του έδινε σημασία. Μέχρι που το παιδί μεγάλωσε κλαίγοντας και το δάκρυ γέμισε τη θάλασσα. Γέμισε και τα ποτάμια, τις λίμνες. Και δεν φαινόταν κανένας ορίζοντας.
     Τότε το παιδί άνοιξε τα μάτια του και βγήκε φως. Σταμάτησε να κλαίει ξαφνικά. Σταμάτησαν όλοι. Κοίταξαν το παιδί στα μάτια και φωτίστηκαν. Ένιωσαν να ξεκινάνε απ’ την αρχή τη ζωή τους. Όπως
τον καιρό που ήταν οι ίδιοι παιδιά κι έπαιζαν πόλεμο με σφεντόνες και ξύλινα σπαθιά. Όπως τότε που νικούσαν ανύπαρκτους εχθρούς.
     Έτσι έγινε καλοκαίρι για όλους. Οι ορίζοντες φάνηκαν ξανά. Άρχισαν το τραγούδι κι έγινε ξεσηκωμός. Κυνήγησαν τη μοίρα, τους άρχοντες και τους ξένους. Τραγούδησε και το παιδί και ακόμα τραγουδάνε. Από την ώρα που το κοίταξαν στα μάτια. Από τότε, ό,τι ορίζουν στη ζωή τους το προορίζουν για το παιδί. Το παιδί που γεννιέται και το παιδί που έχουν μέσα τους. Αυτό που είχαν χρόνια να κοιτάξουν. Αυτό που ορίζει με τα θέλω του το μέλλον και δεν φοβάται κανέναν. Και ζήσανε αυτοί καλά και σ’ ό,τι είναι καλό για το παιδί λένε: Στους ορισμούς σου!

Ο εκδότης

Δεν υπάρχουν σχόλια: